Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
21.04.2018

Συμμίξεις ανάμεσα στις διάφορες ανθρώπινες ομάδες

Οι μεσαιωνικοί κάτοικοι του ελλαδικού χώρου. Από τη βυζαντινή περίοδο μέχρι την οθωμανική κατάκτηση. Σλάβοι, άραβες, βλάχοι, αλβανοί κ.λπ. - Της Ομάδας ενάντια στη λήθη

Μεγέθυνση

Της Ομάδας ενάντια στη λήθη

 

Κατά το διάστημα αυτό αναπτύσσεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο μια συνεχής ροή ανθρώπινων ομάδων στο άκρο αυτό της Βαλκανικής, που αν επιχειρούσαμε να αναπτύξουμε με λεπτομέρειες θα χρειαζόμασταν ιδιαίτερα πολύ χώρο. Ούτως ή άλλως, όμως, κρίνεται απαραίτητη μια συνοπτική παρουσίαση αυτής της ροής, που στο σύνολό της χαρακτηρίζεται από κατακτήσεις και εισβολές διάφορων ομάδων, καθώς και αποικισμών. Σ’ αυτή την περίοδο λαμβάνεται σαν σημείο αφετηρίας η ρωμαϊκή κατάκτηση, το 146 π.Χ., οπότε ο «ελλαδικός χώρος» αποτέλεσε ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Αχαΐα.

Από κει και πέρα έχουμε τις επιδρομές διάφορων ομάδων, που συγκαταλέγονται στο γενικό χαρακτηρισμό «βάρβαροι» στα χρόνια 250−270 μ.Χ..
Στη διάρκεια της διακυβέρνησης από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491−518) και μετά την αναχώρηση των οστρογότθων στην Ιταλία, οι σλάβοι μαζί με τους βούλγαρους, οι οποίοι πρωτοεμφανίζονται μαζί με την κάθοδο των οστρογότθων, αρχίζουν τις επιδρομές τους στη Βαλκανική Χερσόνησο.

 
Οι επιδρομές αυτές αποτελούν πρόδρομο των μεγάλων επιδρομών και εισβολών, που πραγματοποιήθηκαν τον επόμενο αιώνα, επί Ιουστινιανού.

Πράγματι, μεγάλες ομάδες σλάβων και βουλγάρων διέσχιζαν διαρκώς τον Δούναβη, και από τη μια πλευρά έφτασαν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης εισχωρώντας στον Ελλήσποντο, ενώ, απ’ την άλλη, κατέλαβαν τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, έφτασαν στον Ισθμό της Κορίνθου κι από εκεί μέχρι τις ακτές της Αδριατικής.

Ακόμα, το χειμώνα του 558−559 οι γερμανοί γεπίδες και κουτρίγουροι, εισβάλλουν στη Βαλκανική. Οι κουτρίγουροι με τον Ζαβεργάν μπήκαν στη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, τις οποίες και λεηλάτησαν.

Στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αιώνα οι αβαροσλαβικές επιδρομές εντείνονται και επεκτείνονται σ’ όλη τη Βαλκανική. Αυτή τη φορά, όμως, δεν πρόκειται απλά για επιδρομές των σλάβων, αλλά για μια συνεχή και ευρεία εγκατάστασή τους στην περιοχή, και μάλιστα σε τεράστια έκταση.

Έτσι, τον 7ο αιώνα όλη η χερσόνησος, συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου, έχει αποικηθεί από τους σλάβους, ενώ οι άραβες καταλαμβάνουν τη Ρόδο, και φτάνουν μέχρι την Κρήτη και τη Σικελία. Πολλοί άνθρωποι από την Αίγυπτο και την Αφρική, προκειμένου να αποφύγουν την υποταγή στους άραβες, βρίσκουν καταφύγιο στη Ν. Ιταλία.

Η κατοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου από τους σλάβους συνεχίζεται κατά τον 8ο αιώνα, όπου αναφέρεται, εκτός των άλλων, η καταλυτική τους παρουσία στη Μονεμβασία, το Δυρράχιο και την Αθήνα, Ταυτόχρονα έχουμε τη δραστήρια παρουσία των βουλγάρων, οι οποίοι αφ’ ενός δέχονται τις επιδράσεις των σλαβικών στοιχείων της περιοχής και αφ' ετέρου αναπτύσσουν επιθετικές δραστηριότητες ενάντια στην αυτοκρατορία, ιδιαίτερα προς τα τέλη αυτού του αιώνα.

Στις αρχές του 9ου αιώνα ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Κρούμο και να τον εμποδίσει να πάρει με το μέρος του τους σλάβους της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, μεταφέρει πολλούς αποίκους από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας σ’ αυτές τις δύο επαρχίες.

 

 






Περί τα μέσα του 12ου αιώνα (1147 μ.Χ.), οι νορμανδοί με τη βοήθεια των «γυμνών» (φτωχών) −οι οποίοι, έχοντας απελπιστεί από τη βαριά φορολογία των βυζαντινών, τους άνοιξαν τις πύλες του κάστρου− καταλαμβάνουν την Κέρκυρα  και λεηλατούν αρκετά νησιά. Στη συνέχεια αποβιβάζονται στον ηπειρωτικό «ελλαδικό χώρο», καταλαμβάνουν τη Θήβα και την Κόρινθο και αποστέλλουν ένα μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων ανδρών και γυναικών στο Παλέρμο. Ακόμη, καταλαμβάνουν και  λεηλατούν την ΑΘήνα.

Εν συνεχεία, προς τα τέλη του ίδιου αιώνα (Αύγουστος του 1186 μ.Χ.), οι νορμανδοί και πάλι καταλαμβάνουν το Δυρράχιο και κατευθύνονται στη Θεσσαλονίκη, την εκπορθούν και επιδίδονται σε λεηλασίες και σφαγές, μ’ αφορμή τις σφαγές των λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182.

Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος και της κοινωνικής αναταραχής, που συνεχίστηκε μέχρι το 1185, ο Νικήτας Χωνιάτης, δίνοντας μια εικόνα της Κωνσταντινούπολης και των κατοίκων της, θα γράψει: «Σε κάθε άλλη πόλη, τα λαϊκά πλήθη είναι άμυαλα και ακατάβλητα, ο λαός όμως των πεζοδρομίων της βασιλεύουσας ξεχωρίζει ιδιαίτερα για την αχαλίνωτη και αυταρχική φύση του, γιατί αποτελείται από λαούς διαφόρων φυλών. Δίκαια κατακρίνεται για την αστάθεια του χαρακτήρα, την αδυναμία και το ευμετάβλητό του. Η έλλειψη σεβασμού προς τις αρχές φαίνεται να είναι έμφυτη ιδιότητά του. Αυτόν που σήμερα εκλέγουν γρήγορα θα τον τιμωρήσουν έπειτα σαν κακοποιό». (Δ. Δαούλα, Ιστορία του Σοσιαλισμού, τ. β’, σ. 251).

 









Διαβάστε:

Περί της μη ελληνικής
καταγωγής των βλάχων


«Είμαι βλάχος,
δεν είμαι έλληνας!»

  


Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για την έντονη παρουσία στον «ελλαδικό χώρο» των βλάχων, για τους οποίους η πρώτη αναφορά γίνεται στο χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση, σχετικά με κάποιο επεισόδια, που συνέβη στους αδελφούς του τσάρου Σαμουήλ το 976 μ.Χ.: «Τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τας λεγομένας Καλάς Δρυς περί τινων βλάχων οδιτών».

Ο Κεκαυμένος (συγγραφέας του 12ου αιώνα), αφού χαρακτηρίσει τους βλάχους σαν «γένος απίστων τε παντελώς και διεστραμμένον, μήτε εις θεόν έχον πίστιν ορθήν, μήτε εις βασιλέα, μήτε εις συγγενή ή εις φίλον, αλλά αγωνιζόμενον πάντας καταπραγματεύεται», συνεχίζει δίνοντας ένα σύντομο ιστορικό της καθοδου τους: «Πολεμηθέντες», γράφει, «παρά του βασιλέως Τραϊανού και παντελώς εκτριβέντες εάλωσαν και του βασιλέως αυτών του λεγομένου Δεκαβάλου αποσφαγέντος και την κεφαλήν επί δόρατος αναρτηθέντος εν μέσω τη πόλη ρωμαίων. Ούτοι γαρ εισίν οι λεγόμενοι δάκαι και βέσοι. Ώκουν δε πρότερον πλησίον του Δουναβίου ποταμού και του Σάου, ον νυν ποταμόν Σάβαν καλούμεν, ένθα σέρβοι αρτίως οικούσιν, εν οχυροίς και δύσβατοις τόποις. Τούτοις θαρρούντες υπεκρίνοντο αγάπην και δούλωσιν προς τους αρχαιοτέρους των ρωμαίων βασιλείς και εξερχόμενοι των οχυρωμάτων ελεΐζοντο τας χώρας των ρωμαίων. Όθεν αγανακτήσαντες κατ’ αυτών, ως είρηται, διέφθειρεν αυτούς, οι και εξελθόντες των εκείσε διεσπάρησαν εν πάση τη Ηπείρω και Μακεδονία, οι δε πλείονες αυτών ώκησαν την Ελλάδα».

Ένα δείκτη της σημαντικής παρουσίας των βλάχων −που κατά τον Χαλκοκονδύλη (15ος αιώνας), «χρώνται φωνή παραπλησία των ιταλών, διεφθαρμένη δε ες τοσούτον και διενεγκούση, ώστε χαλεπώς επαΐειν τους ιταλούς» − στον «ελλαδικό χώρο» υποδηλώνει η μετονομασία της Θεσσαλίας, που σύμφωνα με το Νικήτα Χωνιάτη κατά τον 12ο αιώνα, «νυν μεγάλη Βλαχία κεκλήσκεται». Κάτι, που επιβεβαιώνει και ο εβραίος περιηγητής Βενιαμίν εκ Τουδέλας, γράφοντας το 1159 από το Ζητούνι (Λαμία): «Εδώ βρίσκονται τα σύνορα της Βλαχίας, που οι κάτοικοί της ονομάζονται βλάχοι... Δεν είναι χριστιανοί, ούτε εβραίοι. Όταν συναντήσουν ισραηλίτη τον ληστεύουν, αλλά δεν τον σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους έλληνες. Αυτή η φυλή δεν υπακούει σε κανένα νόμο».

Στις απαρχές του 13ου αιώνα, οι σταυροφόροι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη και ιδρύουν τη Λατινική Αυτοκρατορία κατακτώντας όλο τον «ελλαδικό χώρο» −στον οποίο ήδη από πριν είχαν επεκταθεί−, συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου.

Στη διάρκεια του 14ου αιώνα πραγματοποιούνται μια σειρά από νέες ανακατατάξεις και επιδρομές, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει αυτή που έρχεται σαν συνέπεια της σφαγής του αρχηγού των καταλανών Ρογήρου από το συναυτοκράτορα Μιχαήλ Θ’, ο οποίος κυβερνούσε μαζί με τον Ανδρόνικο. Η σφαγή αυτή έγινε στην Αδριανούπολη κι επεκτάθηκε στους ισπανούς, που παρέμεναν στη Κωνσταντινούπολη.

Μετά από αυτό, οι καταλανοί, που είχαν συγκεντρωθεί στην Καλλίπολη, έλυσαν τις συμφωνίες συμμαχίας, που είχαν με την αυτοκρατορία και κατευθύνθηκαν δυτικά καταστρέφοντας, καίγοντας κι εξαφανίζοντας τα πάντα στις περιοχές, από τις οποίες περνούσαν. Η Θράκη, η Μακεδονία, αλλά και το Άγιον Όρος λεηλατήθηκαν άγρια.

Αφού παρέμειναν για λίγο καιρό στη Θεσσαλία, βάδισαν προς τα νότια, διέσχισαν  τα στενά των Θερμοπυλών κι έφτασαν στην περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών και των Θηβών, που είχε ιδρυθεί κατά διάρκεια της τέταρτης Σταυροφορίας και βρισκόταν υπό τον έλεγχο των γάλλων. Την άνοιξη του 1311 στη μάχη της Βοιωτίας οι καταλανοί νίκησαν τους γάλλους και έφτιαξαν το Αθηναϊκό Δουκάτο των Καταλανών. Η παρουσία τους συνεχίστηκε για 80 ολόκληρα χρόνια.

 








Διαβάστε:


Για την Τουρκορωμιοσύνη
ρε γαμώτο!


Μικρασιάτικος χαβάς

  


Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία και των ρομ (τσιγγάνων−γύφτων−κατσί-
βελων) στον «ελλαδικό χώρο» στη διάρκεια αυτού του αιώνα. Θεωρείται, πως η παρουσία τους ήταν αποτέλεσμα μιας ευρύτερης εξόδου τους από την Ινδία γύρω στο 900 μ.Χ.: «Σαν μέλη της φυλής των Χαμ, παρουσιάζονται στην Κρήτη, σύμφωνα με περιγραφή φραγκισκανού μοναχού προσκυνητή του 1322... με το όνομα “Romniti” και εγκαταστημένοι εκτός των τειχών της Μεθώνης αναφέρονται από περιηγητή του 1384. Την ίδια εποχή βρίσκονται στην περιοχή του Ναυπλίου. Οι βενετσάνοι τούς έχουν παραχωρήσει προνόμια. Έχουν δικό τους αρχηγό, τον Johannes Ginganus, κάτοχο του τίτλου Drugarius Acinganorum.... Feudum Acinganorum υπάρχει στην Κέρκυρα από το 1381 τουλάχιστον.... Τσιγγάνοι σιδεράδες δουλεύουν στη Ζάκυνθο το 1519, με τον ίδιο τρόπο, όπως στη Μεθώνη. Οι cinnguanes της Κύπρου, οι πρόγονοι των νεότερων κιλίντζιρων, διακρίνονται το 1580 για τη χειρομαντία και τη νεκρομαντία τους». (Βλ. Δ. Λιθοξόου, Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα, σσ. 87-88).

Στο ίδιο διάστημα περίπου (τέταρτη δεκαετία του αιώνα), οι σέρβοι υπό τον Στέφανο Δουσάν προσάρτησαν τη Βόρεια Μακεδονία και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας.

 














Διαβάστε:


Από τον Σπάτα και τον Τατόη,
στο Χαλάνδρι και τη Λούτσα...


Η ένταξη των αρβανιτών
στο εθνικό φαντασιακό

  


Την εποχή αυτή αρχίζει μια έντονη μετακίνηση των αλβανών προς τα νότια, η οποία αρχικά γίνεται στη Θεσσαλία και στη συνέχεια, προς τα τέλη του 14ου και τον 15ο αιώνα, σ’ όλη την κεντρική περιοχή του «ελλαδικού χώρου», την Πελοπόννησο και σε πολλά νησιά του Αιγαίου Πελάγους.

Παράλληλα, καταφθάνουν και εγκαθίστανται σε διάφορα μέρη του «ελλαδικού χώρου» κυρίως στη Θεσσαλονίκη, ομάδες εβραίων, διωγμένων απ’ τις χριστιανικές χώρες της Ευρώπης. Απ’ την Ιταλία και τη Γαλλία το 1394 και τις γερμανικές χώρες στα 1387, 1420 και 1470. Σ’ αυτούς θα προστεθεί αργότερα (1492) ένα μεγάλο μέρος απ’ τους 40.000 ισπανοεβραίους (Σεφαρδίμ), που θα καταφύγουν σε εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά την εκδίωξή τους βάσει, του «διατάγματος της Αλάμπρα» (31.3.1492), απ’ τη χώρα του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας.

Είναι αξιοσημείωτο, πως οι άνθρωποι, που ήταν εγκατεστημένοι στον «ελλαδικό χώρο» δεν υπέφεραν μόνο από τις επιδρομές των διάφορων ομάδων, όσο από τη στυγνή κυριαρχία των βυζαντινών (αυτοκράτορες–κλήρος–γαιοκτήμονες) και των οργάνων της αυτοκρατορίας. Το γεγονός, πως «μια εισβολή ξένων φαινόταν στους φορολογούμενους λιγότερο τρομερή από την άφιξη των υπαλλήλων του ταμείου του Κράτους» είναι χαρακτηριστικό. (Joannis Lydi, «De Magistratibus», 111,70).

Οι επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις καθ’ όλο το διάστημα της βυζαντινής κυριαρχίας δεν ήταν λίγες, παρ’ ότι αναφέρονται μεμονωμένα και αποσπασματικά από τους διάφορους χρονικογράφους και συγγραφείς. Ενδεικτικά μνημονεύουμε κάποιες απ’ τις πιο σημαντικές.

Το 821 στη Μ. Ασία, σύμφωνα με το χρονικογράφο Θεοφάνη, «εξεγέρθησαν οι δούλοι ενάντια στους κυρίους τους, οι στρατιώτες ενάντια στους αξιωματικούς τους, τα στρατιωτικά τμήματα ενάντια στους αρχηγούς τους». (Δ. Δαούλα, Γενική Ιστορία του Σοσιαλισμού..., τ. β’, σ. 335). Με επικεφαλής το Θωμά το Σλάβο (ο οποίος θα αποκτήσει μεγάλη επιρροή διατάζοντας τη σύλληψη των φοροεισπρακτόρων και την κατάργηση των φόρων), οι επαναστάτες, μαζί με χιλιάδες αγρότες απ’ τη Μακεδονία και τη Θράκη (όπου είχε επεκταθεί η εξέγερση) θα συγκροτήσουν ένα στράτευμα, το οποίο θα πολιορκήσει για ένα χρόνο την Κωνσταντινούπολη. Η απόπειρα, ωστόσο, του Θωμά (που φυσικά απέβλεπε στον αυτοκρατορικό θρόνο) δεν θα καρποφορήσει. Θα ηττηθεί τελικά το 823 απ’ τα βυζαντινά στρατεύματα και αφού συλληφθεί και βασανιστεί, θα θανατωθεί.

 

 

 
Η επανάσταση του Θωμά του Σλάβου
.
 


 

 
Στη μικρογραφία του «Χρονικού του Κωνσταντίνου Μανασσή» (13ος αιώνας) εικονίζεται ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β' ο Τραυλός, επικεφαλής του βυζαντινού στρατού κατά την ένοπλη σύγκρουσή του με τον επαναστάτη, Θωμά το Σλάβο, τη στιγμή, που απλώνει το χέρι, για να αφαιρέσει από τον αντίπαλό του το στέμμα. (Ρώμη, Βατικανή Βιβλιοθήκη).

 


 

 

Η προσαγωγή του Θωμά του Σλάβου μπροστά στον αυτοκράτορα και ο μαρτυρικός θάνατός του από το «Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση».
(Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας, Μαδρίτη).

 


Στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα θα εξεγερθούν οι σλάβοι του Μωρηά (μιλίγκοι και εζερίτες) και θα καταφέρουν να αποκτήσουν την αυτονομία τους έναντι ενός μικρού φόρου υποτέλειας στους βυζαντινούς. Επί Κωνσταντίνου Ζ’ θα ξεσπάσει μεγάλη και μακρόχρονη εξέγερση των «πενήτων» (φτωχών) στο θέμα του Οψικίου με ηγέτη κάποιον Βασίλειο απ’ τη Μακεδονία, η οποία τελικά θα κατασταλεί με μεγάλη αγριότητα, ενώ ο επικεφαλής της αφού συλληφθεί και βασανιστεί, θα οδηγηθεί στην πυρά.

Τον 10ο αιώνα έχουμε συχνές εξεγέρσεις των βουλγάρων «παροίκων» και των αιρετικών βογομίλων. Οι βογόμιλοι εναντιώθηκαν στο Βυζάντιο, στους σλάβους κατακτητές και στους ορθόδοξους άρχοντες της Σερβίας. Λόγω των διώξεων που υπέστησαν αναγκάστηκαν να ενωθούν σε κοινωνικοπολιτικό σώμα και να εξελιχθούν σε πραγματικές επαναστατημένες κοινότητες, που συγκέντρωναν χιλιάδες αγρότες και τεχνίτες. Μισούσαν το σταυρό, απέρριπταν την Παρθένο και την Παλαιά Διαθήκη. Αρνιόντουσαν το γάμο, τα πλούτη, την εργασία και τις διακρίσεις. Υποστήριζαν την εξέγερση, την άρνηση του συμβιβασμού και της υποταγής, μέχρι θανάτου. (Βλ. Ζακ Λακαριέρ, Οι Γνωστικοί, σσ. 83-86).

 


 

Βογομιλικό νεκροταφείο στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης.

Οι βογόμιλοι [από το σλάβικο βογ (μπογκ)=Θεός και μιλούι=ελέησον ή κατ' άλλους από το μπογκ και μίλε=φίλος, δηλαδή θεοφιλής] εμφανίστηκαν τον 8ο αιώνα κατά τον επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε' γενόμενο εποικισμό περιοχών, που είχαν ερημωθεί από επιδρομές και φυσικές καταστροφές.
Με την κατάκτηση από τους οθωμανούς της νοτιοανατολικής Ευρώπης
τον 15ο αιώνα, οι βογόμιλοι οδηγήθηκαν σε αφάνεια

 


Το 1042, κοινωνικής αιτιολογίας ταραχές θα ξεσπάσουν μέσα στην Κωνσταντινούπολη. «Κατά τη στάση αυτή, το επαναστατημένο πλήθος κατάφερε να παραβιάσει τις πόρτες του ιερού παλατιού, σπάζοντας την αντίσταση της φρουράς ύστερ’ από λυσσασμένο αγώνα, που κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Οι στασιαστές μπήκαν στα διαμερίσματα, που βρίσκονταν οι θησαυροί και οι φορολογικοί κατάλογοι. Τους θησαυρούς τους λεηλάτησαν, τους καταλόγους τους ξεσκίσανε. Αλλά η φτωχολογιά δεν έπαιξε ανεξάρτητο ρόλο στην περίπτωση τούτη. Αυτοί, που κέρδισαν από την εξέγερση τούτη, ήταν οι οπαδοί της Μακεδονικής δυναστείας». (Λεφτσένκο, Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, σ. 246).

Στα 1086 θα ξεσηκωθούν στη βόρεια Βαλκανική αγρότες αιρετικοί (βογο-
μίλοι
και παυλικιανοί), παράλληλα με τους καταπιεσμένους της Κρήτης και της Κύπρου.

Το 1341 στη Θράκη, με κέντρο την Αδριανούπολη, έχουμε εξέγερση αγροτών και βιοτεχνών με επικεφαλής τον αγρότη Βρανό, η οποία θα κατασταλεί από τούρκους μισθοφόρους, που κάλεσαν οι Παλαιολόγοι. Ανάλογη θα είναι και η τύχη του κινήματος των ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349) και της εξέγερσης, ενάντια στους Παλαιολόγους, αρβανιτών, σλάβων και τσακώνων αγροτών στο Μωρηά (Αρκαδία), το 1387.

 











Διαβάστε:

Η άρνηση του οθωμανικού παρελθόντος μας

Οθωμανική Αθήνα

  


Από ταύτη τη σύντομη αναδρομή γίνεται αντιληπτό πώς μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες των συνεχών επιδρομών και των αποικισμών, των κοινωνικών συγκρούσεων και των επαναστάσεων, οι συμμίξεις ανάμεσα στις διάφορες ανθρώπινες ομάδες −που βρέθηκαν κατά περιόδους, πριν από την οθωμανική κάθοδο, στον εξεταζόμενο χώρο της Βαλκανικής Χερσονήσου− υπήρξαν έντονο και καθοριστικό γεγονός, για τη διαμόρφωσή τους μέχρι την εποχή της επανάστασης του 1821.

Όπως προαναφέραμε, δεν βρίσκεται στις προθέσεις μας να αποδώσουμε κάποια κληρονομικά δικαιώματα στις ανθρώπινες ομάδες, που μέσα από πολύμορφες συνθήκες διατηρήθηκαν, διαμορφώθηκαν ή εξαναγκάστηκαν να παραμείνουν σαν τέτοιες στη συγκεκριμένη εδαφική έκταση.

Ακόμη περισσότερο δεν ενδιαφέρει να αποδειχθεί καμιά εθνολογική συγγένεια ή αιματολογική καθαρότητα ή ακόμα, η φυλετική υπεροχή («ανώτερη φυλή») κάποιων «ελλήνων», που είναι δήθεν ικανοί να αφομοιώνουν τις υπόλοιπες φυλές παραμένοντας οι ίδιοι αναλλοίωτοι. Ούτε, φυσικά, μπορεί να γίνει δεκτή η παραλλαγμένη άποψη−ιδεολόγημα περί του «υγιούς πυρήνα», που θα πρέπει να κληθεί να αφομοιώσει τις υπόλοιπες φυλές φτιάχνοντας μια καινούργια. Τέτοιες προσπάθειες ταιριάζουν στους ρατσιστές, τους πατριώτες, τους εθνικιστές και τις κάθε λογής αποφύσεις του κρατισμού και της εξουσιαστικής λογικής, οι οποίες βολεύουν στην προσπάθεια κατάδειξης μιας «ευνοούμενης» ή «χαρισματικής» φυλής ή έθνους.

Είναι ξεκάθαρο, πως η διαμόρφωση τον εγκλωβισμένου σήμερα μέσα στα κρατικά όρια, που έχουν επιβάλλει οι κυρίαρχοι, πληθυσμού είναι αποτέλεσμα άλλοτε ελεύθερων επιλογών και άλλοτε εξαναγκαστικών καταστάσεων.

Εξ άλλου, η «διατήρηση της γλώσσας», θα πρέπει να εξετασθεί με πολλές επιφυλάξεις, δεδομένου, πως η Αττική διάλεκτος αποτέλεσε επί μακρόν μέσο επικοινωνίας μεταξύ των κυρίαρχων ομάδων και όχι του ευρύτερου πληθυσμού. Η διατήρηση μιας εκδοχής της και η εκείθεν επιβολή της οφείλεται σε εκκλησιαστικούς και γενικότερα εξουσιαστικούς παράγοντες, μη έχοντας άμεση σχέση με τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού, που διαμόρφωσαν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και συνεννόησης, σύμφωνα με τις πραγματικές τους ανάγκες.

Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση τον Μιχαήλ Ακομινάτου, μητροπολίτη της Αθήνας κατά τα τέλη του 12ου αιώνα, την οποία καταγράφει αναφερόμενος στο «ποίμνιό» του: «Όταν σου μιλούσα, επ’ ευκαιρία της ενθρονίσεώς μου, απλά και φυσικά [εννοεί στην απλή ελληνική γλώσσα] εφαίνετο σαν να είχα μιλήσει για κάτι το ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα των περσών ή των σκυθών». (A.A. Vasiliev, Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, σ. 606).

Πάντως, ακόμα και σήμερα μπορούμε να δούμε την έντονη γλωσσική διαφοροποίηση, τις διαλέκτους, αλλά και το λεκτικό ή φραστικό ανακάτεμα, που υπάρχει και εξακολουθεί να διαμορφώνεται στη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι. Αυτή η πραγματικότητα, που ισχύει κυρίως σε σχέση με ανθρώπους, που προέρχονται ή βρίσκονται σε διάφορες περιοχές του «ελλαδικού χώρου», αντικατοπτρίζει συνθήκες, όπου αυτά τα στοιχεία υπήρχαν με πολύ πιο έντονο τρόπο και τα οποία θα ανέπυσσαν τη δική τους πορεία αν δεν παρεμβάλλονταν οι διαρκείς, έντονες κι εξαναγκαστικές προσπάθειες εκ μέρους των κυρίαρχων στην κατεύθυνση του ισοπεδωτισμού και της εξαφάνισης αυτών των διαφοροποιήσεων.

 

 












Διαβάστε:

 


Συνολικότερα θα πρέπει να πούμε, πως όσο κι αν η κυριαρχία προσπαθεί να δικαιολογήσει να να διατηρήσει την επιβολή της πάνω στους ανθρώπους εφευρίσκοντας εθνολογικές, φυλετικές, αιματολογικές και κάθε λογής «συγγένειες», «διαφορές» και καταβολές, προκειμένου να διατηρήσει τους ανθρώπους υποταγμένους, το καθοριστικό παραμένει η ανθρώπινη φύση, η ανθρωπινότητα ενάντια σε διαιρέσεις και διαχωρισμούς (φυλετισμούς, εθνικισμούς, διεθνισμούς, ευρωπαϊσμούς κ.λπ.).

Αυτή η ανθρωπινότητα −πέρα από τις διαφορετικότητες, που φυσιολογικά αναπτύσσονται, λόγω των διαφόρων συνθηκών, τις οποίες βίωσαν και βιώνουν οι διάφορες ανθρώπινες ομάδες− ξεπηδά με μιαν ακατανίκητη δύναμη αποζητώντας και παλεύοντας για την επαναοικειοποίηση της χαμένης ελευθερίας.

Αυτό το γεγονός διατρέχει όλη την πορεία των ανθρώπινων ομάδων και αποτελεί ό,τι το πιο γνήσιο υπάρχει.



 

Σημείωση:
Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα
από το συλλογικό έργο:
Κυριαρχία και κοινωνικοί αγώνες στον «ελλαδικό χώρο» από την προεπαναστατική περίοδο μέχρι και τις
πρώτες απόπειρες συγκρότησης εθνικού κράτους
,
το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν από εδώ.

Οι εικόνες, ο τίτλος και οι υπότιτλοι
έγιναν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».





Περισσότερα άρθρα σχετικά με την καταγωγή των σημερινών κατοίκων του ελλαδικού χώρου μπορείτε να βρείτε στο Αφιέρωμα της «Ελεύθερης Έρευνας»:
Η πραγματική καταγωγή μας.

 

 

Πηγή: http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=3751


Rubrik: Geschichte/Ιστορια
24.04.15
 von Ομάδα ενάντια στη λήθη

Drucken        Hoch