Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
27.04.2018

Ρωμιοσύνη με δυτικότροπους χρωματισμούς

Aν κανείς θέλει να ξεφύγει από την καθαρόαιμη Ρωμιοσύνη των σλαβοαρβανιτόβλαχων, η Σύρος είναι ένας καλός τόπος να επισκεφθεί, μολονότι η Ρωμιοσύνη και η σχιζοφρένεια, που τη διακρίνει, υπάρχει κι εκεί, αλλά σε πιο απαλούς ‒δυτικότροπους‒ χρωματισμούς όχι τόσο ενοχλητικούς, όπως σε άλλα μέρη

Το Δημαρχείο
Μεγέθυνση

του Κώστα Περώνη

 

Ακόμα ένα καλοκαίρι στη Σύρο ή Σύρα, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι. Εδώ και είκοσι χρόνια, φιλοξενούμαι σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι ενός παιδικού μου φίλου πίσω ακριβώς από το Δημαρχείο της Ερμούπολης, ένα κτίριο, που ανάλογο κανείς θα βρει στις πρωτεύουσες της Βόρειας Ευρώπης, έργο του Ερνέστου Τσίλερ.

 

Όλα αυτά τα χρόνια παρατηρώ το νησί από κάθε άποψη μελετώντας την ιστορία του, τα κτίρια του, την προέλευση των κατοίκων του και την κοινωνική τους συμπεριφορά και οφείλω να ομολογήσω, πως για έναν αναζητητή των άγνωστων πτυχών του παρελθόντος αυτής της χώρας η Σύρος αποτελεί ένα πολύ ξεχωριστό κομμάτι της, που δεν ανήκει ‒τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό‒ στα πλαίσια αυτού, που ονομάζουμε Ρωμιοσύνη. Ή μάλλον, για να είμαι περισσότερο ακριβής, η «Ρωμιοσύνη» που απαντάται στη Σύρο, είναι διαφορετικής υφής, με πολιτισμικά στοιχεία έντονα διαφοροποιημένα από την τουρκοβλαχαρβανίτικη, παράδοση που κυριαρχεί στην υπόλοιπη χώρα.

 

Τα χαρακτηριστικά της κακώς εννοούμενης «βλαχιάς», όπως η κουτοπονηριά, η τσιγκουνιά, η καχυποψία, η ξενοφοβία και ο συντηρητισμός, που διαπνέει αυτή τη χώρα στο σύνολό της, δύσκολα θα τα βρει κάποιος σε μεγάλες ποσότητες στη Σύρο και κυρίως στην πρωτεύουσα του νησιού την Ερμούπολη. Φυσικά, υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω.

 

 

Η Ερμούπολη είχε αναδειχθεί
το σημαντικότερο μετά την
Αθήνα αστικό κέντρο
του νεοσύστατου κράτους.
Πόλη του κερδώου Ερμή,
που ιδρύθηκε το 1822
από πρόσφυγες, οφείλει
το όνομά της ακριβώς
στις εμπορικές δραστηριότητες
των οικιστών και των πρώτων
κατοίκων της.

 

Ιστορικά–πολιτισμικά στοιχεία
Η ιστορία του νησιού είναι μεγάλη και πολύ αξιόλογη. Ξεκινά  από τους νεολιθικούς οικισμούς, που βρίσκονται στη περιοχή της Χαλανδριανής και διασταυρώνεται στο διάβα του χρόνου με όλων των ειδών εισβολείς, κατακτητές επισκέπτες, μέτοικους, μετανάστες και φυσικά, πειρατές.

Οι φοίνικες της έδωσαν και το όνομα «Οσούρ», ενώ με το όνομα «Συρίη» εμφανίζεται στον Όμηρο σαν την πατρίδα του γιδοβοσκού Εύμαιου, μυθολογικού πριγκιπόπουλου του νησιού, που αιχμαλωτίστηκε από φοίνικες πειρατές και πουλήθηκε σκλάβος στον πατέρα του Οδυσσέα, Λαέρτη.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και οι βραχογραφίες της, όπως επίσης και τα τηγανόσχημα αγγεία και τα ειδώλια, που βρέθηκαν εκεί και τα οποία διάφοροι ερευνητές προσεγγίζουν με έναν ξεχωριστό τρόπο, όπως φυσικά και το πηγάδι του φιλόσοφου Φερεκύδη, δάσκαλου του Πυθαγόρα. (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Κυκλαδικά ειδώλια και ηλιοσπηλιές και Πυξίδες ήταν τα κυκλαδικά τηγανόσχημα).

 

 

Για τον φιλόσοφο Φερεκύδη υπάρχουν δυο μέρη (σπηλιές), που λέγεται πως ήταν οι κατοικίες του. Θέλει πολύ ποδαρόδρομο για να πάει κανείς εκεί κι όταν φτάσει, δεν μπορεί να κάτσει πολύ, λόγω της οσμής από την κοπριά των αιγοπροβάτων, που φυλάσσονται εκεί τους χειμερινούς μήνες. Η έκταση ανήκει σε ιδιώτες, γεγονός, που λειτουργεί ως καλό πρόσχημα για τη μη αξιοποίησή τους από τις αρχές.

 


Λόγω του πλούτου και της στρατηγικής της θέσης, η Σύρος ήταν πάντα ένα νησί με πολλούς μνηστήρες. Πέρα από τους φοίνικες, ρωμαίοι, ενετοί, φράγκοι και τούρκοι άφησαν στο πέρασμά τους ανεξίτηλες σελίδες στο βιβλίο της ιστορίας της.

Για πάνω από εννιακόσια χρόνια οι συχνές επιδρομές των πειρατών ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα των κατοίκων του νησιού. Ειδικότερα από τον 7ο αιώνα και μετά, οι εισβολές των σαρακηνών ήταν σε έξαρση (υπάρχει και ακρωτήριο στο βόρειο μέρος του νησιού, που φέρει το όνομα «Σαρακήνικο»). Άραβες και σλάβοι ακολούθησαν λίγο μετά. Σχετικά πρόσφατα, πολλοί συριανοί πέθαναν κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο κυρίως εξ αιτίας της πείνας.

 

Κάποτε, ο δήμος Ερμούπολης δεξιώθηκε τον άγγλο ναύαρχο της Μεσογείου, που πήγε να επιθεωρήσει τον αγκυροβολημένο στόλο του στο νησί. Ο γυμνασιάρχης ζήτησε από τον καλύτερο μαθητή του σχολείου να γράψει μια προσφώνηση στα αγγλικά, όμως λίγο πριν ο μαθητής ανέβει στο βήμα για να απαγγείλει την προσφώνηση, ο γυμνασιάρχης ζήτησε να δεί το κείμενο.

- Δε θα με λογοκρίνετε, είπε ο μαθητής

- Εν τοιαύτη περιπτώσει, δε θα μιλήσεις, απείλησε ο γυμνασιάρχης.

- Το προτιμώ, απάντησε ο μαθητής.


Για κακή τύχη του γυμνασιάρχη, ήταν αργά να αναθέσει την ομιλία σε αλλο παιδί κι έτσι, η τελετή ολοκληρώθηκε παρά την μικρή αυτή παρεξήγηση. Η προσφώνηση όμως του μαθητή ήταν τόσο ωραία, ώστε ο αγγλος ναύαρχος του είπε:

- Είσαι σπουδαίος, παιδί μου.

Τελικά, ο μαθητής αποφοίτησε από το σχολείο του αριστεύοντας, όμως εξαιτίας εκείνης της προστριβής του με τον γυμνασιάρχη η διαγωγή του χαρακτηρίστηκε κοσμία. Ο μαθητής εκείνος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. (Βλ. στην εικόνα το απολυτήριό του).
 

Γύρω στον 9ο αιώνα, το μόνο επαρκώς κατοικημένο μέρος του νησιού ήταν η περιοχή της Άνω Σύρου, που τότε (βυζαντινή περίοδος) βρισκόταν υπό την αιγίδα της επισκοπής της Δήλου, αργότερα των Αθηνών και τελικά της Κέας–Θέρμιας–Σερίφου. Μετά την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους φράγκους, η Σύρος περνάει στη κυριαρχία των ενετών μαζί σχεδόν με όλα τα υπόλοιπα τα κυκλαδονήσια  και αποτελεί τμήμα του Δουκάτου του Αιγαίου γύρω στο 1207.

Οι ενετοί επιχείρησαν να επιβάλλουν ένα σύστημα φεουδαρχικής διοίκησης, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένοι σ’ αυτό. Ο καθολικισμός βέβαια, αρχίζει να αποκτά γερές ρίζες, χωρίς όμως να αφαιρεί τα προϋπάρχοντα ήθη και έθιμα των κατοίκων. Χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης ήταν οι συνεχείς διαμάχες μεταξύ των διαφόρων φραγκο-ενετών κυβερνητών σχετικά με τη κυριαρχία τους στα νησιά. Ένα παράδειγμα είναι η κατάκτηση της Σύρου από τον Δούκα της Τήνου Βαρθολομαίο Γκίζη το 1286.

Εν τω μεταξύ, οι πειρατικές επιδρομές συνεχίζονται, παρά το γεγονός, ότι οι δυτικές δυνάμεις και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχουν υπό την προστασία τους το νησί. Αξιοσημείωτο είναι, πως ο καθολικός κλήρος είναι εξαιρετικά ισχυρός πολιτικά και οικονομικά, οι δε πολίτες που τυγχάνουν καθολικοί στο δόγμα, δεν είναι από το κυρίως μείγμα της Ρωμιοσύνης δηλαδή των σλαβοαρβανιτόβλαχων, αλλά φράγκοι και ενετοί στην καταγωγή.

Το σημερινό κράτος προσπαθεί να τους παρουσιάσει ως δήθεν έλληνες, που ασπάσθηκαν τον καθολικισμό, αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Μολονότι δεν αποκλείεται κάποιος βαθμός προσηλυτισμού, οι περισσότεροι εκ των σημερινών κατοίκων του νησιού, που ανήκουν στο καθολικό δόγμα, είναι καθαροί απόγονοι φραγκο-ενετών εποίκων, που ακολούθησαν τους αββάδες τους, όταν αυτοί εγκαταστάθηκαν στο νησί.
 

Το 1537, το νησί περνάει στα χέρια των τούρκων μετά από συνεχείς μάχες τους ενάντια στους ενετούς. Η διακυβέρνηση από τους τούρκους είναι περισσότερο ήπια φορολογικά, ενώ δίνει πιο πολλές ευκαιρίες στην ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Οι καθολικοί έρχονται όμως σε ρήξη με τους τούρκους κατακτητές υποστηρίζοντας έμμεσα ή άμεσα τους φραγκοενετούς. Θύμα αυτής της ρήξης ήταν ο γεννημένος στη Βενετία επίσκοπος των καθολικών Ανδρέας Κάργας, που αποκεφαλίστηκε ή κατ’ άλλους απαγχονίστηκε από τον Καπουδάν Πασά.

Ο Ανδρέας Κάργας θεωρείται εμβληματική μορφή για τους καθολικούς κατοίκους του νησιού, γιατί το 1610 κατάφερε να εντάξει ολόκληρη την ενότητά τους ως μιλιέτ με δικαιώματα δηλαδή ενός ανεξάρτητου κρατιδίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την καθιέρωση του λατινικού τυπικού από τους κατοίκους της Σύρου.

 


Ο καθολικός επίσκοπος
Ανδρέας Κάργας


Σε συνεργασία με γάλλους και ενετούς διπλωμάτες από την Κωνσταντινούπολη ο Ανδρέας Κάργας κατάφερε να αποτρέψει την εγκατάσταση ορθοδόξων εποίκων και να επιβάλλει την βάπτιση στην καθολική εκκλησία όσων παιδιών προέρχονταν από μικτούς γάμους. Με δική του μέριμνα οι καθολικοί ιερείς διδάχθηκαν τα λατινικά και μετά από είκοσι χρόνια εμφανίζονται οι πρώτοι συριανοί καθολικοί ιερείς να σπουδάζουν στη Ρώμη.

Φρόντισε επίσης, για την επιστροφή όλων των εκκλησιαστικών κτημάτων, που είχαν καταπατηθεί από ορθόδοξους ιδιώτες την περίοδο του Βυζαντίου. Ο Ανδρέας Κάργας αγαπήθηκε πολύ από τους καθολικούς και μισήθηκε επίσης πολύ από τους ορθόδοξους κατοίκους του νησιού.   

Γύρω στο 1633 καταφθάνουν Καπουτσίνοι μοναχοί στο νησί, ενώ προς τα τέλη του 17ου αιώνα, η τοπική αυτοδιοίκηση γνωρίζει τεράστια ακμή. Το 1680, η Σύρος εξαιρείται από κάθε είδους φορολογία, γεγονός, που συμβάλλει στην εμπορική της ανάπτυξη. Το νησί πλέον βρίσκεται υπό την εποπτεία τούρκου διοικητή, που διαμένει στην Άνδρο, αλλά η θρησκευτική εξουσία διορίζεται απευθείας από τον Πάπα.

Την περίοδο εκείνη ξεκινά μια μεγάλη περίοδος άνθισης των γραμμάτων και των τεχνών, που οφείλεται στον εποικισμό γάλλων ιερέων, οι οποίοι απολαμβάνουν ειδικά προνόμια από την Υψηλή Πύλη. Ο πληθυσμός μεγαλώνει, χτίζονται σχολεία και οικοτροφεία και το νησί γνωρίζει σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Στη Σύρο πλέον κατοικούν πάνω από 2.500 κατοίκους, εκ των οποίων ελάχιστοι (και δακτυλοδεικτούμενοι) είναι ορθόδοξοι.

 

 

Το Νεώριο λειτουργεί από το 1861 με μεγάλη ιστορία στον τομέα των κατασκευών και των επισκευών. Ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανική μονάδα της Ερμούπολης και ένα από τα παλιότερα μηχανουργεία της Ελλάδας.
Σήμερα έχει παρακμάσει. 


Αξιομνημόνευτη μορφή της συριανής καθολικής παράδοσης είναι ο αββάς Ντε λα Ρόκκα, που πέρα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα ασχολήθηκε πολύ με τη γεωγραφία και τη φυσική ιστορία του νησιού. Οι νέοι της Σύρου σπούδαζαν πλέον σε ιταλικά πανεπιστήμια (κάτι που γίνεται και σήμερα σε μεγάλο βαθμό), ώστε επιστρέφοντας να λειτουργούν ως το «μάτι και το αυτί» του Πάπα στο νησί. Η επιδημία της χολέρας το 1728 σταματά απότομα όλη αυτή την ανάπτυξη.

Κατά τη διάρκεια του ρωσο–τουρκικού πολέμου, η Σύρος διοικείται από τρεις διοικητές και οι πολίτες πληρώνουν διπλούς φόρους σε χρήματα και αγαθά, ενώ ο ρωσικός στόλος υφαρπάζει μεγάλο μέρος των αρχαιοτήτων του νησιού. Ανάμεσα στο 1779 και το 1803 το νησί πλέον είναι στη δικαιοδοσία της ανιψιάς του σουλτάνου, που μειώνει δραστικά τη φορολογία και ενισχύει το αυτοδιοίκητο του νησιού.

Το 1814 έχουμε την πρώτη ταξική επανάσταση, που ακυρώνει τα προνόμια των προυχόντων δίνοντας την εξουσία στις μικροαστικές κοινωνικές τάξεις. Η πειρατεία πλέον έχει περιοριστεί και η γεωγραφική θέση της Σύρου την καθιστά πλέον ένα πολύ σημαντικό εμπορικό κέντρο, που απολαμβάνει την υποστήριξη όλων των μεγάλων δυνάμεων.

Η Σύρος δεν λαμβάνει μέρος στα γεγονότα του 1821, τα οποία όμως, προκαλούν μαζική φυγή προσφύγων στο νησί από άλλα νησιά (Χίος, Ψαρρά κ.λπ.). Οι πρόσφυγες κουβαλούν μαζί τους τέχνες και επιχειρηματικό δαιμόνιο, που σύντομα καθιστά τη Σύρο κέντρο μιας άνευ προηγουμένου οικονομικής ανάπτυξης.

 

 




















Πλήθος
παλιών
αρχοντικών
και νεο-
κλασικών
κτιρίων
υπάρχουν
στη Σύρο.

  


Απόδειξη αυτής της τεράστιας αίγλης είναι τα παλιά αρχοντικά και νεοκλασικά κτίρια στην Ερμούπολη. Χρήμα, ταλέντο και μεγάλη πνευματική άνθιση μετατρέπουν την Ερμούπολη (από τον Κερδώο Ερμή) σε ένα πολύ σημαντικό εμπορικό κέντρο με μεγάλο βαθμό ευημερίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Τότε χτίζεται το μεγαλοπρεπές δημαρχείο της Ερμούπολης, αλλά και το θέατρο «Απόλλων», που αποτελεί μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου.

Είναι τότε ακριβώς, που δημιουργείται η αστική τάξη στη χώρα. Η αστική τάξη στη χώρα της Ρωμιοσύνης γεννήθηκε και πέθανε στην Ερμούπολη της Σύρου. Εφημερίδες και έντυπα της εποχής περιγράφουν τις συγκεντρώσεις των αστών με άμαξες και ρούχα από Γαλλία και Ιταλία, τις κριτικές τους για τα θεατρικά έργα, που ανέβαιναν στο θέατρο «Απόλλων» και τις ενστάσεις τους σε σχέση με τις «φτηνές» παραγωγές.

 

 









Όταν η υπόλοιπη
Ρωμιοσύνη
νταβελοκρατούταν,
στη Σύρο είχαν
αυτό το θέατρο.

 


Τα σπίτια είχαν τις οροφές διακοσμημένες με αρχαίους τραγικούς και φιλοσόφους, όπως επίσης και πρόσωπα της Αναγέννησης. Οι αστές κυράδες δεν ήθελαν οι κόρες τους να παντρευτούν έμπορο από τον Πειραιά (ο Πειραιάς ήταν ένα μικρό φτωχό λιμάνι μπροστά στην αίγλη του λιμανιού της Ερμούπολης), που πουλούσε ύφασμα «με το μέτρο και όχι με το τόπι».

Η διάρκεια ζωής της αστικής τάξης ήταν 100-120 χρόνια. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τη μαζικό ερχομό των προσφύγων, η αστική ελίτ της Σύρου φαίνεται να αποχώρησε από το νησί οριστικά. Οι μεγαλοβιοτέχνες και οι έμποροι έφυγαν, αλλά δυστυχώς δεν γνωρίζουμε που ακριβώς πήγαν. Υπάρχουν μαρτυρίες για τη μετανάστευσή τους στη Μασσαλία στη Γαλλία. Η Μασσαλία, παρά τις πολλές και ποικίλες βιομηχανίες της ήταν κυρίως λιμάνι και εμπορικό κέντρο. Η αρχαιότητα του εμπορικού της επιμελητηρίου, του αρχαιότερου της Γαλλίας (1599), ο σημαντικός της ρόλος για το εμπόριο της Εγγύς Ανατολής και τα προνόμια, που απολάμβανε τότε το ελεύθερο λιμάνι της, επιβεβαιώνουν αυτό το γεγονός.

Γενικά, η Σύρος έχει παράδοση στο να καλοδέχεται μετανάστες και να τους αφομοιώνει στη πολυπολιτισμική κουλτούρα της. Συνάντησα αλβανούς μετανάστες, που λατρεύουν και υπερασπίζονται το νησί περισσότερο και από τους ντόπιους. Ένας χαρακτηριστικά μου είπε: «Δεν είμαι αλβανός ούτε και έλληνας. Συριανός είμαι. Ούτε πεθαμένος δεν φεύγω από εδώ».  

 

Ο ρωμιός

Στον καφενέ απ’ έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μια καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τι λιακάδα! τι ουρανός! τι φύσις!
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω εγγλέζους, ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μ’ αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νουν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Στον καφετζή ξεσπάω... φωτιά κι εκείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος... δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.

 

 

Ο Γεώργιος Σουρής
(γεν. Ερμούπολη, 1853)

ήταν ένας από τους σπουδαιό-
τερους
σατιρικούς ποιητές
της χώρας,
έχοντας
χαρακτηριστεί
ως
«σύγχρονος Αριστοφάνης».
 

  


Καθολικοί, ορθόδοξοι και Ρωμιοσύνη
Αν και φαινομενικά οι δυο κοινότητες ζουν αρμονικά μεταξύ τους, αν κανείς προχωρήσει λίγο σε βάθος την έρευνά του, θα διαπιστώσει, πως η αντιπαλότητα και οι κόντρες εξακολουθούν να υπάρχουν. Πρώην δήμαρχος της Άνω Σύρου [τότε υπήρχαν δυο διαφορετικοί δήμοι –ο δήμος Άνω Σύρου (καθολικοί) και ο δήμος Ερμούπολης (ορθόδοξοι)–, αλλά με τον Καλλικράτη ενώθηκαν σε έναν κι ονομάσθηκαν Δήμος Ερμούπολης–Σύρου] στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, είχε αποκαλέσει τους ορθόδοξους «φιλοξενούμενους στο νησί».

Οι ορθόδοξοι, ειδικότερα οι παλαιότερες γενιές μιλούν, πως κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, οι καθολικοί της Άνω Σύρου υποδέχτηκαν τους ιταλούς κατακτητές σαν «απελευθερωτές». Μερικοί ακόμα θα μιλήσουν και για τον απεχθή τρόπο, που οι καθολικοί υποδέχτηκαν τους μικρασιάτες πρόσφυγες το 1922.
 

 

 

Στην Ερμούπολη λειτουργεί ινστιτούτο με-
λέτης
των έργων του Λ. Πιραντέλλο.

 

 

Από τη μεριά τους οι καθολικοί θα μιλήσουν για ρατσισμό σε βάρος τους από το κράτος της Ρωμιοσύνης με επικεφαλής τους εκάστοτε ορθόδοξους δεσπότες και για το χρόνιο αποκλεισμό τους από δημόσιες θέσεις και αξιώματα, αλλά και για το κυνήγι, που υπέστησαν από διάφορους ορθόδοξους μητροπολίτες, οι οποίοι μάλιστα απαγόρευαν και τους μικτούς γάμους. 

 
Ο σημερινός ορθόδοξος επίσκοπος αν και παρουσιάζεται ως άνθρωπος ήπιων τόνων, για τους γνωρίζοντες είναι σκληροπυρηνικός και δογματικός.  Ενδεχομένως να δούμε συγκρούσεις θρησκο-κοινωνικές στο πολύ εγγύς μέλλον.

Σήμερα για πρώτη φορά, η Ερμούπολη έχει δήμαρχο καθολικό, κάτι, που δυσαρεστεί ιδιαίτερα αρκετούς ορθόδοξους, οι οποίοι φοβούνται διακρίσεις και εκδικητικότητα. Αυτό πιθανότατα δεν φαίνεται να στέκει, μιας και ο πολλά υποσχόμενος νέος δήμαρχος δείχνει διατεθειμένος να ξανακάνει την Ερμούπολη κέντρο πολιτισμού και να προσελκύσει την τουριστική ελίτ της Ευρώπης.

Νέος επίσης, είναι και ο επίσκοπος  των καθολικών, ο οποίος τρομάζει τους ορθόδοξους, που φοβούνται μήπως στο πρόσωπό του ξαναζωντανέψει ο επίσκοπος Ανδρέας Κάργας.

  

Ο Θεόφιλος Καΐρης (εικόνα δεξιά) εξαιτίας του έργου του «Θεοσέβεια», μιας θρησκευτικής διδασκαλίας με αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου, θεωρήθηκε αιρετικός και επικίνδυνος.

Με την πίεση της Ιεράς Συνόδου υπέστη πολλές διώξεις, ώσπου το 1852 το δικαστήριο της Σύρου τον καταδίκασε σε φυλάκιση. Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα πέθανε.

Ενταφιάστηκε σε χώρο του λοιμοκαθαρτηρίου Ερμούπολης, αφού ο τοπικός ιερέας δεν παρείχε άδεια ταφής στο κοιμητήριο, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Την επομένη της ταφής του άγνωστοι άνοιξαν τον τάφο του, τεμάχισαν τη σορό του κι έριξαν μέσα στα σωθικά του ασβέστη.
 


Τα περισσότερα χωριά γύρω από την Ερμούπολη είναι καθολικά και εδώ πραγματικά κανείς μπορεί να θαυμάσει τα κατορθώματα της Ρωμιοσύνης. Η Ντελαγκράτσια βαπτίσθηκε «Ποσειδωνία», για να δοθεί ακόμα μια φορά η εντύπωση για την ένδοξη και ευγενή καταγωγή μας. Ο δε ναός του Αγίου Νικολάου (αυτού του «αγίου», που σιχαινόταν ο,τιδήποτε αρχαιοελληνικό και ξερίζωνε δαιμόνια μέσα από αρχαίες στήλες και ναούς) είναι περικαλλής και φυσικά γεμάτος αρχαιοελληνικές κολώνες (η γνωστή σχιζοφρένεια της Ρωμιοσύνης). Παντρεύει δηλαδή τον αρχαίο κόσμο με το Βυζάντιο, όπως εξάλλου συνηθίζεται σε όλη την επικράτεια. Ονομάζεται δε ο ναός «ο Άγιος Νικόλαος ο Πλούσιος», μιας και τον έφτιαξαν οι εύποροι ορθόδοξοι, που βοήθησαν στην άνθιση του εμπορίου και της βιοτεχνίας στο νησί.  

Ακριβώς δίπλα κανείς μπορεί κυριολεκτικά να χαζέψει από τα πανέμορφα κτίσματα στην περιοχή «Βαπόρια» κατοικίες και αυτά των εύπορων συριανών, που δημιούργησαν την αστική τάξη.

 


 

Άγιος Νικόλαος ο Πλούσιος

 

Αντίθετα, οι καθολικοί στα χωριά τους είναι πολύ πιο απλοί. Έχουν τον «Άγιο Μάμα», τον οποίο και παρακαλούν να αφοδεύσει όποτε έχουν σπορά μιας και είναι ο προστάτης της γεωργίας («Άγιε Μάμα χέσε μέσα» τραγουδούν, όταν σπέρνουν), αλλά και την «Αγία Πακού» (εκ του Υπακοή) στη περιοχή του Γαλησσά (η οποία βέβαια τώρα πια «υπακούει» στους γυμνιστές της Βόρειας Ευρώπης).

 
Η μητρόπολη των καθολικών είναι ο Σαιντ Τζώρτζης (θυμώνουν οι καθολικοί όταν τον λες «Άη Γιώργη»), ένας ναός με βιβλιοθήκη και πολλά αρχεία, που περιλαμβάνουν όχι μόνο την ιστορία της Άνω Σύρου, αλλά και τις μελέτες των καθολικών ιερέων για τη χλωρίδα και την πανίδα του νησιού. Προσφάτως ανακαινίσθηκε με κονδύλια απευθείας από το Βατικανό, το οποίο βέβαια έχει δώσει και ειδική άδεια στους καθολικούς να συνεορτάζουν το Πεσάχ (Πάσχα) με τους ορθόδοξους.

Ακριβώς στον απέναντι λόφο, οι ορθόδοξοι έφτιαξαν την εκκλησία της Ανάστασης από υλικά ενός προϋπάρχοντος αρχαίου ναού αφιερωμένου στον Δήλιο Απόλλωνα. Η περιοχή λέγεται Δήλι και σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες, εκεί έφταναν όλοι οι αρχαίοι προσκυνητές, που λόγω κακοκαιρίας δεν μπορούσαν να βγουν προς τη Δήλο. Εικάζεται, πως σε κάποιο σημείο στο συγκεκριμένο μέρος ο Πυθαγόρας ήρθε και έθαψε τον δάσκαλό του τον Φερεκύδη.

Ο ναός της Μεταμόρφωσης αποτελεί τη Μητρόπολη της Σύρου, Τήνου και Μυκόνου και προσφάτως ενισχύθηκε με θερμικές κάμερες μιας και τα φράγκα, που διαχειρίζεται είναι αστρονομικά, αν υπολογίσει κανείς μονάχα τα τάματα και τα προσκυνήματα στην Τήνο κάθε 15αύγουστο.

 


 
Οι ιερές μπίζνες πλάι-πλάι
 

 

Η εντολή «εμού το αργύριον και εμού το χρυσίον», που είπε ο Γιαχβέ φαίνεται πως τηρείται καλά εκεί. Μεγάλο μειδίαμα μου προκαλεί το γεγονός, ότι ο ορθόδοξος ναός της Κοίμησης βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το Καζίνο της Σύρου.

Ο συνδετικός κρίκος ρωμιών και καθολικών είναι ο Μάρκος Βαμβακάρης, ένας εκ των θεμελιωτών του ρεμπέτικου, που γεννήθηκε στην Άνω Σύρο, καθολικός στο θρήσκευμα, μυήθηκε στο μπουζούκι από πρόσφυγα της Μικράς Ασίας. Στην Άνω Σύρο το σπίτι του έχει γίνει μουσείο, ενώ υπάρχει και πλατεία με την προτομή του στο ίδιο μέρος (βλ. παρακάτω φωτογραφία).

 

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε το 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από φτωχειά οικογένεια καθολικών.

Για τον λόγο αυτό αργότερα απέκτησε και το παρατσούκλι «Φράγκος».

Οι καθολικοί της Σύρου ονομάζονταν φραγκοσυριανοί, λέξη, που έγινε οικεία στους περισσότερους από το ομώνυμο τραγούδι του.

 


Άφησε το σχολείο σε ηλικία οκτώ ετών κι αλήτευε στους δρόμους. Άρχισε να μπλέκει με τύπους του υπόκοσμου – χαρτοπαίκτες, προαγωγούς, κλέφτες. Εκεί πρωτογνώρισε το χασίς. Κατά τη διάρκεια του πολέμου κι αυτός και η υπόλοιπη οικογένειά του ήταν μαυραγορίτες, γι’ αυτό φυλακίστηκαν όλοι.


Δεκαπέντε χρονών ταξίδεψε λαθραία για Πειραιά, όπου όλη μέρα ασχολούνταν με τις πόρνες και τα βράδια με τα χασίσια. Έκανε και τον προαγωγό. Μια πόρνη φρόντιζε να είναι ντυμένος πάντα κομψά, όταν τριγύριζε στους τεκέδες.


Η οικογένειά του τον ακολούθησε στον Πειραιά και τα δυο μικρότερα αδέλφια του, βλέποντας τη ζωή που έκανε, άρχισαν να μπλέκουν με τον υπόκοσμο. Ο ένας πέθανε από τα ναρκωτικά, ενώ ο άλλος έγινε μαχαιροβγάλτης, σκότωσε κάποιον σε καβγά και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή.


Ο ίδιος ο Μάρκος μπήκε φυλακή αρκετές φορές. Η πρώτη φορά ήταν μόνο λίγες μέρες, γιατί τον είχαν πιάσει σε ένα τεκέ. Δεν πρόλαβε καλά–καλά να βγει από τη φυλακή και ξαναγύρισε στους τεκέδες. Η ζωή για τους μάγκες ήταν σκληρή κι ο ναργιλές γλυκός. Αν κάπνιζες μια πίπα με τους φίλους σου, ξέχναγες για λίγο τον σκληρό κόσμο γύρω σου. Ο Βαμβακάρης προσπαθούσε να ξεχάσει την γκρινιάρα γυναίκα του, την Ζιγκοάλα, που πήγαινε με άλλους άντρες.


Σε ηλικία είκοσι ετών πρωτάκουσε τον μπάρμπα Νίκο, κάποιον μικρασιάτη από το Αϊβαλί να παίζει μπουζούκι. Δεν ήταν η πρώτη φορά, που άκουγε μπουζούκι, αφού υπήρχαν μικρασιάτες μπουζουκτζήδες και στη Σύρο, αλλά ο μπάρμπα Νίκος τo ’παιζε με τρόπο πρωτόγνωρο για εκείνον. Μετά από εκείνη τη νύκτα ήξερε, πως κρεμόταν από το μπουζούκι, πιο πολύ απ’ όσο κρεμόταν από το χασίσι.

 

 

Παραλίες κι αξιοθέατα
Η Σύρος δεν έχει πολλές παραλίες και αμμουδιές. Υπάρχουν περιοχές, που κανείς μπορεί να κολυμπήσει στην Ερμούπολη (Αστέρια, Νησάκι, Άγιος Νικόλας), αλλά και σε χωριά όπως στο Φοίνικα, στο Γαλησσά, στη παραλία της Ντελαγκράτσιας τις Αγκαθωπές, στο Κίνι, λίγο μετά το Κίνι στο Δελφίνι, στην Αμπέλα, στην Αζόλιμνο και φυσικά στη Βάρη και στο Μέγα Γιαλό.

Η επίσκεψη στη «πιάτσα» της Άνω Σύρου είναι επιβεβλημένη. Εκεί θα δει τον Σαιντ Τζώρτζη και σχεδόν ολόκληρο τον οικισμό των καθολικών. Οι κάτοικοι πολύ φιλόξενοι και εξαιρετικά πρόθυμοι να σε συνδράμουν με πληροφορίες και να σε καθοδηγήσουν. Υπάρχουν και όμορφα γραφικά χωριουδάκια όπως η Αληθινή (υπέροχη θέα), το Μάννα και τα Τάλαντα, η Παρακοπή και πολλά άλλα.

 

 


Εκτός από τους αμανέδες, οι πρόσφυγες έφεραν στη Σύρο και την ανθυγιεινή τους διατροφή.
Σήμερα η Σύρος φημίζεται για τα λουκούμια της (τουρκ. lokumo).

 

 

 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (φωτ.), που γεννήθηκε στην Ερμούπολη το 1836, συγκαταλέγεται στους αφορισμένους της πνευματικής μας ζωής.

Σαρδόνιος και εικονοκλάστης, θέσει απροσάρμοστος, μοιάζει να διακατέχεται από ένα τέτοιο αίσθημα ασφυξίας μέσα στο ελλαδικό τοπίο, ώστε βάλει με σφοδρότητα κατά πάντων – όλων όσων συγκροτούν τη σύγχρονη Ελληνική Μικρότητα...

Δεν χαρίζεται ούτε στους πολιτικούς ούτε στους ψηφοφόρους, ούτε στην Εκκλησία ούτε στους πιστούς ούτε στους προγονόπληκτους ούτε στους ευρωπιθηκίζοντες.

 

Τα άπαντα των «σκαλαθυρμάτων» του –σύντομα άρθρα, αφορισμοί, αποφθέγματα– εδράζονται σε μια θεμέλια διαπίστωση: Η πληγή τής Ελλάδας είναι οι έλληνες.


 


Από άλλου είδους εκδηλώσεις, καταλαβαίνει κανείς, πως βρίσκεται σε ένα μέρος με κουλτούρα (με όλα τα θετικά και τα αρνητικά της). Φεστιβάλ κιθάρας, θεατρικές παραστάσεις, αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, ποιητικές βραδιές κ.λπ..

 Διαφημιστική αφίσα
καλοκαιρινών εκδηλώσεων
στην Ερμούπολη.
Εκδηλώσεις με όπερα,
γαλλικά τραγούδια,
μουσική δωματίου κ.λπ..
Απουσιάζουν παντελώς τα νταλκαδο-καψουρο-τράγουδα, βλαχοτσάμικα κ.λπ. δημοφιλή ακούσματα της Ρωμιοσύνης.

 

 

 


Επίλογος
Σε γενικές γραμμές, αν κανείς θέλει να ξεφύγει από την καθαρόαιμη Ρωμιοσύνη των σλαβοαρβανιτόβλαχων, η Σύρος είναι ένας καλός τόπος να επισκεφθεί, μολονότι η Ρωμιοσύνη και η σχιζοφρένεια, που τη διακρίνει, υπάρχει κι εκεί, αλλά σε πιο απαλούς ‒δυτικότροπους‒ χρωματισμούς όχι τόσο ενοχλητικούς, όπως σε άλλα μέρη.

Η Δύση και η κληρονομιά, που έχει αφήσει στο νησί, περιορίζει πολύ τις τουρκομπαρόκ καταστάσεις, τις οποίες βιώνουμε σε άλλα μέρη της χώρας μας.

 

 

Αν ο επισκέπτης έχει σαν χόμπυ του το ψάρεμα, η Σύρος θα του δώσει μεγάλες χαρές, ιδιαίτερα το λιμάνι της Ερμούπολης όπου αφθονούν οι σαργοί, οι χιόνες, οι κακαρέλοι, οι σφυρίδες και οι στείρες. Θα «αρπάξει» επίσης εύκολα και σε λίγο χρόνο αρκετούς σκάρους, σκορπίνες και χάνους. Οι σκάροι και οι χάνοι είναι ένας πολύ ιδιαίτερος μεζές.

 


Αξίζει λοιπόν κανείς να επισκεφθεί το νησί και να χαλαρώσει ταξιδεύοντας μονάχα για τέσσερις ώρες με πλοίο από τον Πειραιά. Φιλόξενος τόπος, ανεβασμένη κουλτούρα, πλούσια ιστορία και πολιτισμός.

 

Πηγή: http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=3516 


Rubrik: Notizen aus der Provinz
1.10.14
 von Κώστας Περώνης

Drucken        Hoch