Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
21.11.2018

(Αν)άξιον εστί

Ο Θεός, η γυναίκα του, ο ποιητής και ο πρωτομάστορας. Νεκροφιλία, μανιακά συμπλέγματα, μεγαλομανία, ευσέβεια κι εθνικισμός στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη - του Άκη Γαβριηλίδη

Μεγέθυνση

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το «Άξιον Εστί» γράφεται το 1959. Το 1964 παρουσιάζεται η μελοποίηση από τον Θεοδωράκη, για να προξενήσει αμέσως τεράστια εντύπωση και σήμερα να θεωρείται πλέον τμήμα της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, ως το πιο επιτυχημένο δείγμα συνάντησης της υψηλής ποίησης με τη λαϊκή κουλτούρα, κάτι σαν δεύτερος εθνικός ύμνος.

  
Το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός, που προκάλεσε στον Θεοδωράκη το ποίημα του Ελύτη, είναι ευεξήγητο. Καταρχάς βέβαια, συνδέεται με την κοινή τους μεγαλομανία και τη φιλοδοξία τους να αναδειχθούν ως οι προφήτες του ελληνισμού.

Δεν πρόκειται όμως εδώ για ένα ζήτημα ατομικής ψυχολογίας. Ακριβώς για να μπορεί να αναδειχθεί ένας καλλιτέχνης ως εθνικός καλλιτέχνης, θα πρέπει το έργο του να καλύπτει μία ευρύτερη ανάγκη, που ήδη υπήρχε, να «πιάνει ένα σφυγμό».


«Θέλει νεκροί χιλιάδες ...»
Έχει από καιρό παρατηρηθεί, ότι η κουλτούρα του εθνικισμού βασίζεται στα θλιβερά ή αρνητικά πάθη. Είναι π.χ. γνωστός ο ισχυρισμός του Μπένεντικτ Άντερσον, ότι κανένα άλλο σημαίνον δεν εκφράζει καλύτερα την κουλτούρα του εθνικισμού από τα κενοτάφια και τα μνημεία του Άγνωστου Στρατιώτη. (Βλ. Φαντασιακές κοινότητες, έκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 1997, σελ. 31).

Για τη σφυρηλάτηση της εθνικής κοινότητας είναι απαραίτητο ένα κοινό πένθος για τους νεκρούς, τους ηρωικούς προγόνους που θυσιάστηκαν για μας. Ή μάλλον ένα κοινό μόνιμο πένθος, δηλαδή μια μελαγχολία. Διότι, σύμφωνα με τη γνωστή διάκριση του Φρόιντ, το πένθος είναι μια εργασία, που τίθεται σε λειτουργία με την απώλεια ενός (συγκεκριμένου) αγαπημένου προσώπου και η οποία έχει αρχή, μέση και –κυρίως– τέλος. Μετά την ολοκλήρωσή της, υπό κανονικές συνθήκες η ψυχική ενέργεια του υποκειμένου είναι και πάλι ελεύθερη να επενδυθεί σε νέα αντικείμενα (Βλ. Sigmund Freud, «Trauer und Melancholie», Studienausgabe Bd. 3, Frankfurt/M. 1982). Μια λύπη όμως, η οποία αφορά την απώλεια προσώπων απροσδιόριστου αριθμού ή/και άγνωστης ταυτότητας, δεν γνωρίζει πέρας και αναπαράγεται διαρκώς.

Αυτό έχει σχέση με το γεγονóς, óτι το έθνος, όπως δηλώνεται ήδη στον τίτλο του προαναφερθέντος έργου, συνιστά μια φαντασιακή κοινότητα. Προκειμένου λοιπόν, ένας έλληνας να αισθανθεί, ότι ανήκει στην ίδια κοινότητα με άλλα δέκα εκατομμύρια έλληνες, που ζουν τώρα, αλλά και με όσους άλλους ζήσανε στο παρελθόν ή πρόκειται να ζήσουν στο μέλλον, απαιτείται η παρέμβαση της φαντασίας. Την παρέμβαση αυτή την υποβοηθά, ως προς μεν τους εν ζωή ομοεθνείς, η τυπογραφία, και ειδικότερα τρεις εκφάνσεις της: η εφημερίδα, το μυθιστόρημα και ο χάρτης. Ως προς τους πεσόντες, όμως, παρεμβαίνουν ακριβώς αυτά τα ταφικά μνημεία, τα οποία προσδίδουν στην εθνική κοινότητα το χαρακτήρα μιας κοινότητας αίματος και θυσιών, δηλαδή μιας κοινότητας ιερής.

Την προνομιακή σύνδεση του έθνους με το θάνατο ανέδειξε πρόσφατα μία συγγραφέας, η oποία προέρχεται από τη μειοψηφική τάση των ισραηλινών «νέων ιστορικών», η Ιντίθ Ζερτάλ, στο έργο της με τον εύγλωττο τίτλο: «Το Έθνος και ο Θάνατος. Ιστορία, μνήμη, πολιτική».
Στην «Εισαγωγή» της, στην οποία παραθέτει και τον Άντερσον, η Ζερτάλ δηλώνει, ότι το βιβλίο αυτό «εξετάζει τον τρόπο, με τον οποίο, σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η βιογραφία του σιωνιστικού–ισραηλινού έθνους συγκέντρωσε τις καταστροφές, τους πολέμους και τα θύματά του, τα υιοθέτησε κα
ι τα αφομοίωσε μέσα από τη μνημόνευση και τη λήθη, κατασκεύασε αφηγήσεις γι’ αυτά, τους προσέδωσε νόημα, τα κληροδότησε στα τέκνα του, οικοδομώντας την εικόνα του μέσα από αυτά λες και το έθνος γινόταν αυτές οι καταστροφές και αυτά τα θύματα.
Το έργο αυτό μιλάει για τον ισραηλινό εθνικισμό και τον τρόπο ύπαρξης του έθνους του Ισραήλ, για το ρόλο του θανάτου στην εθνική δημόσια σφαίρα, για την κουλτούρα και την πολιτική του θανάτου, και το πώς και τα τρία αυτά στοιχεία τίθενται στην υπηρεσία του έθνους».
Στην ίδια εισαγωγή αναφέρεται στη «διαδικασία ιεροποίησης του ολοκαυτώματος». «Μέσα από το Άουσβιτς –το οποίο έγινε η κύρια αναφορά του Ισραήλ απ
έναντι σε έναν κόσμο, που οριζόταν συστηματικά ως αντισημιτικός και εχθρικός–, το Ισραήλ προικίζεται με ένα φωτοστέφανο ιερότητας, το φωτοστέφανο του έσχατου θύματος, και αποδεικνύεται αδιαπέραστο στην κριτική και στον έλλογο διάλογο με την υπόλοιπη κοινότητα των εθνών».

 

  
     Μπορούμε εδώ να θυμηθούμε, ότι αυτή η «λατρεία των πεσόντων» αποτυπώνεται και στον εθνικό ύμνο της Ελλάδας, όπου η ελευθερία θεωρείται βγαλμένη από τα ιερά κόκαλα των ελλήνων. Στο «Άξιον Εστί», υπάρχει ο γνωστός αιμοδιψής στίχος «θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους», ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να έχει βγει από μυθιστόρημα του Μπραμ Στόουκερ.
 
 









Μερικές πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την εμφάνιση της λατρείας προς τους νεκρούς στο πλαίσιο του γαλλικού εθνικισμού κάνει ο Marcel Detienne, στο «Ποιος είναι αυτόχθων;» (έκδ. «Μεταίχμιο», Αθήνα 2003), ιδίως στην ενότητα «Ένα κοιμητήριο και μια διδασκαλία της ιστορίας» (σελ. 113 επ.).

 

 

Πρόκειται για μια ιερότητα, που δεν αυτοπαρουσιάζεται πλέον ως θρησκευτική, αλλά ως κοσμική, βασισμένη σε θυσίες ανθρώπων μέσα στην ιστορία – άρα σε ένα κοινό χρέος προς αυτούς. Ωστόσο, είναι πάντοτε ιερότητα, και μάλιστα σχετική με τη φαντασία (ορθότερα, με τα φαντάσματα – αν όχι με τους βρυκόλακες), εφόσον προκύπτει από τάφους οι οποίοι είναι, ακριβώς, κενοί, από μνημεία, που αφορούν άγνωστους στρατιώτες, χωρίς σάρκα και οστά, χωρίς ονοματεπώνυμο.

Το γεγονός ότι ο τάφος είναι κενός συνειρμικά παραπέμπει στην προσδοκία της ανάστασης – εφόσον, σύμφωνα με τη θρησκευτική μυθολογία, ο μόνος, του οποίου ο τάφος βρέθηκε κενός ήταν ο μονογενής υιός του θεού.
Συνέλαβαν την οικοδόμηση της Ελλάδας όχι ως δημιουργία ενός νέου πράγματος, αλλά ως επάνο-
δο / ανάσταση ενός παλαιότερου, ως επανασύνδεση με μία χιλιετή παράδοση, η οποία είχε μόνο –φαινομενικά– εκλείψει για κάποιο διάστημα και στη συνέχεια αναστήθηκε.
Εν συνεχεία, βέβαια,
σε συνάρτηση με την επιτυχία της διαδικασίας εθνογένεσης και με την εμπέδωση της εθνικής ιδεολογίας, υπήρξαν πιο φιλόδοξες εκδοχές, που υποστήριζαν, ότι αυτή η λανθάνουσα περίοδος δεν υπήρξε καν, ότι το έθνος δεν αναστήθηκε, διότι απλούστατα δεν είχε ποτέ πεθάνει.
Αρκεί να σκεφτούμε τη ρητορική περί «παλιγγενεσίας», τις διακηρύξεις, ότι «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», καθώς και τη «δημιουργική λογιστική» με την ιστορία, χάρη στην οποία ο εορτασμός της ιδρυτικής πράξης του ελληνικού κράτους συμπίπτει με τον Ευαγγελισμό – δηλαδή με μία άμωμο σύλληψη
.

 

 

Αυτό υπογραμμίζει επίσης, πόσο η εθνικιστική ιδεολογία συνιστά αναδρομική κατασκευή του παρελθόντος ως εθνικού παρελθόντος, και πόσο η μελαγχολία της συνιστά νοσταλγία για ένα πράγμα, που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα, ή, με άλλη διατύπωση –με την λακανικής καταγωγής διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Ζίζεκ–, ότι «εκείνο, που κρύβουμε επιρρίπτοντας στον Άλλο την κλοπή της απόλαυσης, είναι το τραυματικό γεγονός, ότι ποτέ δεν είχαμε στην κατοχή μας αυτό, που υποτίθεται ότι εκλάπη από εμάς: η έλλειψη (‘ευνουχισμός’) είναι πρωταρχική». (Βλ. «Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό;», σελ. 353.)


Το μανιακό σύμπλεγμα

Ένα πάγιο συστατικό, ένα πολύ παλαιό στρώμα στο λεκτικό σχηματισμό του ελληνικού εθνικισμού υπήρξε μια «μανία καταδίωξης»: η πεποίθηση, εδραιωμένη ήδη από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, ότι η φτωχή Ελλάδα υφίσταται διακρίσεις και ότι οι «μεγάλες δυνάμεις» συνεχώς συνωμοτούν, για να βλάψουν τα συμφέροντά της ή τα «εθνικά της δίκαια». Εκτενή τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού μπορεί να βρει κανείς στο «Η ευγενής μας τύφλωσις …» του Γιάννη Ν. Γιαννουλόπουλου (εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα 1999 και ειδικότερα ένα διασκεδαστικό παράδειγμα στη σελίδα ιγ’ του προλόγου).

Η ρητορεία, με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι τις τελευταίες δεκαετίες και την οποία συνδέουμε συνήθως με το ΚΚΕ και τον μαοϊκό χώρο, σχετικά με τον «ιμπεριαλισμό», που εκμεταλλεύεται και αδικεί τη μικρή μας χώρα, ευνοεί την Τουρκία, υποδαυλίζει τις μειονότητες ώστε να προκαλεί εντάσεις, να επεμβαίνει και να μεταβάλλει τα σύνορα κ.ο.κ., στην πραγματικότητα έρχεται από πολύ παλιότερα: αποτελεί απλώς μια πιο «λενινιστική» υποτίθεται παραλλαγή αυτής της μανίας καταδίωξης –που, όπως πάντα, συνοδεύεται από την αντίστοιχη μανία μεγαλείου και συγκαλύπτει / αποκαλύπτει μια υπέρμετρη ασυνείδητη φιλοδοξία. Διότι φυσικά, η ίδια η σκέψη, ότι μας αδικούν και μας χρωστάνε, ισοδυναμεί με τη σκέψη, ότι αξίζουμε («Άξιοι Εσμέν») για περισσότερα, ότι αυτά που έχουμε ως έθνος είναι πολύ λίγα σε σχέση με αυτά, που θα έπρεπε να είχαμε.

Μεταπολεμικά, η πιο φιλόδοξη αισθητική κωδικοποίηση αυτού του μανιακού συμπλέγματος είναι αναμφίβολα το ποίημα Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Αυτό δηλώνεται σαφώς από την αρχή ή μάλλον ήδη πριν την αρχή του ποιήματος, με ένα χωρίο από την Αγία Γραφή, που παρατίθεται ως προμετωπίδα:

Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου,
και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι.

Ψαλμός ΡΚΗ΄

Με το χωρίο αυτό εισάγονται διαμιάς και συμπυκνωμένα τρία θέματα: το στοιχείο της απειλής και της δίωξης, η βεβαιότητα για την «ανθεκτικότητα» του διωκομένου, αλλά και ένα πνεύμα ιερότητας.

Αν εξετάσουμε και το περιεχόμενο του ποιήματος, βρίσκουμε σε αυτό ακόμα περισσότερες εκφράσεις, που απορρέουν από το βασικό αυτό εθνικιστικό σύμπλεγμα, διατυπωμένα βέβαια με άκρα αισθητικοποίηση και εξιδανίκευση. Τα συστατικά αυτά είναι τα εξής: ο περιούσιος λαός, η προαιώνια γη της επαγγελίας του, οι δοκιμασίες και οι απειλές εκ μέρους των εχθρών του περιούσιου λαού, και ο τελικός του θρίαμβος και αποθέωση σε ηθικό-αισθητικό επίπεδο.

Ένα νέο στοιχείο, που απαντά εδώ, είναι ο ειδικός ρόλος του ποιητή. Μέσα απ’ αυτόν, η συλλογική μεγαλομανία διαμεσολαβείται από μια προσωπική. Ο ποιητής είναι αυτός, που διατηρεί για τον εαυτό του το ρόλο του προφήτη, του συνδέσμου ανάμεσα στην ιερή κοινότητα και το θείο. Εν τέλει, ο ποιητής–προφήτης θεώνεται και αυτός μέσω της τελικής αποθέωσης του έθνους, εφόσον ούτως ή άλλως η ύπαρξή του ταυτιζόταν εξαρχής με την ύπαρξη του έθνους. Όχι όμως μόνο του έθνους, παρά και του κόσμου συνολικά, της δημιουργίας και, οριακά, του ίδιου του θεού.

Αυτή η ταύτιση με το θεό, η έσχατη έκφραση κάθε μεγαλομανίας, ευνοείται από το γεγονός, ότι πρόκειται για δύο «συναδέλφους» – και ο ποιητής ο ίδιος είναι ένας «δημιουργός» προικισμένος με την ικανότητα της γένεσης. O θεός είναι ο πλάστης, ο αρχιτέκτονας (πρωτομάστορας) του τοπίου, αλλά και ο ποιητής είναι γλωσσο-πλάστης, ο μάστορας της προαιώνιας γλώσσας – που «του έδωσαν ελληνική». Άρα ο ρόλος του είναι κομβικός, έχει ένα προνόμιο στο εσωτερικό του ήδη προνομιούχου λαού – είναι τρόπον τινά η πρωτοπορία του, εφόσον η τρισχιλιετής αυτή γλώσσα είναι, μαζί με το τοπίο, τα δύο βασικά στοιχεία, που συγκροτούν την ενότητα του εκλεκτού λαού. Χάρη σε αυτά μπορεί να ταυτίζεται πάντα με τον εαυτό του και να εκπληρώνει την θεία αποστολή του.








Ο παραλληλισμός του θεού με τον αρχιτέκτονα
είναι μια από παλιά ριζωμένη μεταφορά της χριστιανικής παράδοσης.
Π.χ. στον Θωμά Ακινάτη η νομοθετική δράση του θεού ρητά παραλληλίζεται με τις εντολές ενός βασιλιά προς τους κατώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, αφενός, και με τις οδηγίες ενός αρχιτέκτονα προς τους τεχνίτες αφετέρου. (Βλ. Summa Theologica, Romae, ex typographia Senatus, MDCCCLXXXVI, Prima Secundae Partis, Questio 93, Articulus 3, σελ. 663).

 

 

Εξάλλου, η αποστολή του εκλεκτού αυτού λαού είναι να δίνει τα φώτα στην ανθρωπότητα. Ήδη λοιπόν η υποτιθέμενη υπεροχή του ελληνισμού σε σχέση με τα άλλα έθνη συνίσταται στο ότι γέννησε τον πολιτισμό. Σύμφωνα δε με μια άλλη εκδοχή αυτής της τελεολογίας, ο ελληνισμός, μέσω των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου, κατά βάθος εξυπηρέτησε το θείο σχέδιο, έστω και εν αγνοία του, διότι διέδωσε την ελληνική γλώσσα, πράγμα που στη συνέχεια διευκόλυνε τη διάδοση του θείου λόγου.
 
 


Οι Iron Maiden στο τραγούδι τους Alexander the Great λένε: «Hellenism he spread far and wide/ The Macedonian learned mind/ Their culture was a western way of life/ He paved the way for Christianity». Πράγμα που δείχνει μεταξύ άλλων, ότι η ριζοσπαστική δεξιά κουλτούρα του χέβι μέταλ και γενικότερα ο επεκτατισμός και η αλαζονεία του «δυτικού τρόπου ζωής» δεν έρχεται καθόλου σε αντίθεση με τον ελληνισμό και τα επιτεύγματά του. Αντίθετα, μπορεί κάλλιστα να τον εντάξει αρμονικά στο οπλοστάσιο του «πολέμου των πολιτισμών» και να τον θεωρήσει πρόδρομό του.

 

 

Όλα αυτά ενισχύουν τη σημαίνουσα θέση, που προσλαμβάνει η γλώσσα στο εσωτερικό της ελληνικής μεγαλομανίας. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν είναι περίεργο, που ο ποιητής ακολουθεί το σχήμα «ένας είναι ο θεός, ένας είναι ο περιούσιος λαός, και προφήτης αυτού εγώ». Ή, με τα λόγια του Νίκου Γκάτσου, «Κριτής κι αφέντης είν’ ο θεός / και δραγουμάνος του ο λαός» (από το τραγούδι «Τσάμικος», μουσική Μ. Χατζηδάκι).


Η ανδρόγυνη φαντασίωση
και οι πρωτομάστορες

Στα πλαίσια αυτής της μεγαλομανίας, ο Ελύτης όχι μόνο επιλέγει για τίτλο του πρώτου μέρους του βιβλίου του τη λέξη «Γένεσις» –όπως και στην Παλαιά Διαθήκη–, αλλά και σε αυτή τη Γένεση περιγράφει παράλληλα τη δημιουργία του κόσμου όσο και του εαυτού του ως ποιητή. Εξίσου σωστή θα ήταν και η αντίστροφη διατύπωση: σε αυτό το πρώτο μέρος, παρακολουθούμε πώς ο Ελύτης, ως ποιητής, «ποιείται» αλλά και ποιεί ο ίδιος τον εαυτό του και τον κόσμο ως ελληνικό κόσμο. Πρβλ. τους στίχους «Ήμουν στον έκτο μήνα των ερώτων / και στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός / ΑΥΤΟΣ / ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!» («Το Άξιον Εστί», Ίκαρος, 9η έκδ., Αθήνα 1977, σελ. 19). Εδώ αποτυπώνεται μια ανδρόγυνη φαντασίωση, η φαντασίωση μιας εγκυμοσύνης, μέσα από την οποία ο ποιητής φέρνει στον κόσμο… τον κόσμο, και έτσι γίνεται ο φορέας του θείου σχεδίου.

Έκφραση αυτής της ανδρόγυνης φαντασίωσης είναι και ο περίφημος στίχος «Θεέ μου πρωτομάστορα / μ’ έχτισες μέσα στα βουνά»: φιλολογικό του προηγούμενο είναι ο γνωστός θρύλος όλων των λαών των Βαλκανίων, και ειδικότερα η ελληνική εκδοχή του, που έχει αποτυπωθεί στο παραδοσιακό τραγούδι για το «γιοφύρι της Άρτας», σύμφωνα με τον οποίο χρειάστηκε μια ανθρωποθυσία για να στεριώσει ένα κτίσμα και ο πρωτομάστορας αναγκάστηκε να εντοιχίσει μέσα σε αυτό τη γυναίκα του.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, ο ποιητής μιλάει εδώ από τη θέση της συζύγου του θεού που, μέσω της θυσίας της, συνέβαλε στο θείο έργο, και ειδικότερα στη δημιουργία της ελληνικής γης και θάλασσας. Σε αυτή την αδιαφοροποίητη ζώνη και την εναλλαγή των ρόλων ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, (αλλά και ανάμεσα στα φύλα), δυνάμει της οποίας η γλώσσα εμφανίζεται ως άκτιστη, αιώνια, το δε τοπίο αντίστροφα ως δομημένο, ως μία κατασκευή, ο ποιητής–μητέρα παίζει κρίσιμο ρόλο, καθότι συμβάλλει τόσο στη διατήρηση της (μητρικής) γλώσσας όσο και στη γένεση της γης της επαγγελίας.

Σε αυτή την ιδιόμορφη εκδοχή «οικογενειακού μυθιστορήματος», που εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο «εθνικού μυθιστορήματος», αξίζει να προσέξουμε πόσο η εκλογή του περιούσιου λαού (ή/και του προφήτη του) προς τη δόξα και το μεγαλείο είναι την ίδια στιγμή και εκλογή προς δίωξη, προς θυσία. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, το θέμα αυτό καθίσταται κυρίαρχο στο δεύτερο μέρος του ποιήματος μετά την Γένεσιν, τα «Πάθη».


Εδαφικοποίηση:
Η γενιά του '30 και η μεταξική αισθητική

Από μία άποψη, ο Ελύτης στο συνθετικό αυτό ποίημα κωδικοποιεί κάποιες προπολεμικές κατευθύνσεις και κατακτήσεις της καλλιτεχνικής ομάδας, που αποκλήθηκε «γενιά του '30». Ήδη από αυτήν είχαν τεθεί ως στόχοι ενός αισθητικού / ιδεολογικού προγράμματος τρία στοιχεία:

α. Η ανάδειξη της ενότητας, της καθαρότητας και της τρισχιλιετούς πολιτισμικής συνέχειας του ελληνικού έθνους. Kαι ειδικότερα, η αναζήτηση τεκμηρίων αυτής της συνέχειας στη γλώσσα, τα έθιμα και τα καλλιτεχνικά προϊόντα του «απλού λαού», τα οποία θεωρήθηκαν ως άμεσες επιβιώσεις του αρχαίου ή/και βυζαντινού πνεύματος, αμόλυντες από την επιτήδευση και την ξενομανία της διανοητικής και πολιτικο-διοικητικής ελίτ. (Στην οποία πάντως ανήκαν πλήρως τα μέλη της γενιάς του '30).

Αυτό το μυθικό υποκείμενο, λοιπόν, ο «λαός», που είχε εισέλθει στη σχετική συζήτηση με αξιώσεις επιστημονικότητας ήδη από το 19ο αιώνα, συνέχισε τη λαμπρή καριέρα του και αναγορεύτηκε από τη γενιά του ‘30 σε γνήσιο θεματοφύλακα της ελληνικότητας, η οποία ανθίσταται στις ξένες επιρροές.

Στο ήδη διαθέσιμο σχήμα του Νικολάου Πολίτη και του Παπαρρηγόπουλου, επιχειρήθηκε τώρα να ενταχθούν συστηματικά νέα στοιχεία, που προέκυπταν από το φολκλόρ (ο στρατηγός Μακρυγιάννης χάρη στην επαναξιολόγησή του από το Θεοτοκά και το Σεφέρη, ο ζωγράφος Θεόφιλος χάρη στην ανάδειξή του από τον ίδιο τον Ελύτη κ.ά.).

Επίσης, στο σχήμα αυτό επιχειρήθηκε να διευθετηθούν τα στοιχεία που προέκυπταν από την έλευση των ρωμιών της Μικράς Ασίας στο ελληνικό κράτος και τη βαθμιαία ένταξή τους στον εθνικό κορμό. Αυτό συνάντησε αρκετές αντιστάσεις, π.χ. το ρεμπέτικο χρειάστηκε μια μακρά περίοδο δοκιμασίας και κάθαρσης μέχρι να ταξινομηθεί και αυτό στον κανόνα της αμόλυντης ελληνικότητας.
 
 

Ο Μακρυγιάννης
αποτελεί ακόμη ένα τυπικό παράδειγμα «ναρκισσικής διαταραχής», εφόσον τα αυτοδικαιωτικά
«Απομνημονεύματά» του είναι μία συνεχής προσπάθεια να αποδείξει, ότι τόσο το έθνος, όσο και ο ίδιος προσωπικά έτυχαν
δυσμενέστερης μετ
αχείρισης απ’ όσο θα τους άξιζε.

 

Όσο για τα «Οράματα και θάματα», αποτελούν ένα τυπικό παραλήρημα μεγαλείου, το οποίο προσλαμβάνει την ειδικότερη μορφή του «οικογενειακού μυθιστορήματος» (Familienroman) στη φροϋδική κυριολεξία του όρου. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η ανάδειξή του σε παραδειγματικό εκφραστή της εθνικής–λαϊκής ψυχής.


Διαβάστε στην «
Ελεύθερη Έρευνα»:
Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη
Η Θρησκοληψία του Μακρυγιάννη
Η κατάχρηση των αγγλικών δανείων από τους «ημέτερους» το ‘21

 

β. Εκτός όμως από την κουλτούρα, ή σε συνδυασμό με αυτήν, και η φύση εξυμνήθηκε ως ιδιαζόντως ελληνική και της αποδόθηκε κάποια μυστική και αποκλειστική σύνδεση με την ουσία του ελληνισμού. Εξ ου η εξύμνηση του τοπίου, του φωτός, των βράχων, του γαλάζιου του νερού …αλλά και του λευκού των σπιτιών ή των μαρμάρων (=γαλανόλευκη). Διότι και τα αρχιτεκτονήματα, αν και προϊόντα του πολιτισμού, θεωρήθηκαν εν ευρεία εννοία τμήμα του τοπίου.

Τα δύο αυτά στοιχεία αντανακλώνται με σαφήνεια στον απολογισμό που κάνει ο Ελύτης για τα «κατορθώματα» της νεωτεριστικής ποίησης του ‘30 στο κείμενό του «Το χρονικό μιας δεκαετίας»:

«Το μεγαλύτερο κατόρθωμα, για μένα τουλάχιστον, ήτανε, ότι είχε δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα, ώστε το ήθος της γλώσσας μας ν’ ανακτήσει τα δικαιώματά του επάνω στην έκφραση. Κάτι το αρρενωπό στα αισθήματα και το υψηλό στις επιδιώξεις, που το ημίφως και το σκιόφως της Δυτικής τέχνης δεν ευνοούσαν βέβαια. Ξαναμπαίναμε στη δοκιμασία του υπαίθρου, όχι με την έννοια της φυσιολατρίας αλλά της αντοχής στη μεταφυσική δύναμη του ήλιου. Που σημαίνει ότι ξαναμπαίναμε από την πίσω πόρτα στην παράδοση. Οξύμωρο είχε φανεί τότε, αν όχι ανεξήγητο, πώς εμείς οι ίδιοι ζητούσαμε να φωτίσουμε ξανά τον Σολωμό της ‘Γυναίκας της Ζάκυθος’, τον Κάλβο, τον Μακρυγιάννη, τον Θεόφιλο. Και όμως τίποτε πιο φυσικό». (Δημοσιευμένο στα «Ανοιχτά χαρτιά», Ίκαρος, Αθήνα 1982, σελ. 307).

γ. Εξ αντιδιαστολής, όλα αυτά συνεπάγονταν την αποσιώπηση της παρουσίας οποιασδήποτε άλλης εθνοτικής / γλωσσικής / πολιτιστικής ομάδας στον ελλαδικό χώρο και μια έμπρακτη (εθνο)κάθαρση του πολιτισμού από ανθελληνικά στοιχεία. Π.χ. στο πλαίσιο του στοιχείου β., ποτέ κανείς ποιητής της γενιάς αυτής δεν εξύμνησε κάποιο ρωμαϊκό, οθωμανικό ή σλαβικό μνημείο. Όπως επίσης συνεπάγονταν και την προσπάθεια υποβάθμισης, ή κανονικοποίησης, τυχόν «αποκλινουσών» εκδοχών ελληνικότητας – π.χ. εκδοχών υβριδικών, που δεν ήταν τόσο «καθαρές» ή/και τόσο «αρρενωπές στα αισθήματα».

Πράγματι, το στοιχείο της αρρενωπότητας φαίνεται, ότι απασχολεί ιδιαίτερα τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Π.χ. ο Ελύτης αναφέρεται σε αυτό συχνά – και ιδίως όταν πρόκειται να επισημάνει την ιδιοπροσωπία του ελληνισμού και τη διαφορά του από τις άλλες, προφανώς πιο θηλυπρεπείς κουλτούρες.

Ο ανδρισμός λοιπόν του έλληνα είναι συνώνυμος με τη γνησιότητα, την απόρριψη για ο,τιδήποτε ψεύτικο, η οποία συνδυάζεται με τη νοσταλγία για μια εποχή καθαρότητας πριν από τη διαφθορά και την απώλεια, ενώ συνεπάγεται επίσης απόρριψη και μάλιστα τρόμο μπροστά σε οτιδήποτε ξένο, μπροστά σε κάθε «διαφορετική γραφή του κόσμου». Σε κάθε διαφορετική αντίληψη της (αισθητικής) απόλαυσης, με άλλα λόγια, η οποία «θεωρείται χωρίς συζήτηση απαράδεκτη».

Αυτή η «εδαφικοποίηση», η ευγενική εξύμνηση των χθόνιων αξιών και της καθαρότητας της γλώσσας και του πολιτισμού, λίγοι πρόσεξαν πόσο συγγενής ήταν στην ουσία της με ένα άλλο φαινόμενο, που επίσης έλαβε χώρα τη δεκαετία του ‘30: τη δικτατορία του Μεταξά, την αισθητική και την ιδεολογία της. Αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση –ή/και κατασκευή– της «γνήσιας ελληνικότητας», της ανδροπρεπούς «λεβεντιάς του απλού έλληνα» που αποκρούει τη διανοουμενίστικη εκλέπτυνση και μαλθακότητα των παρακμιακών ευρωπαϊστών, πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ότι είναι ταυτόχρονη με την υπαρκτή εθνοκάθαρση της ανταλλαγής πληθυσμών, την υλική κατεδάφιση κτισμάτων, που δεν ανήκαν στον κανόνα των αρχαιοελληνικών ή των βυζαντινών μνημείων και τη διοικητική απαγόρευση της χρήσης άλλων γλωσσών. Όπως επίσης και με τη φασιστική εξύμνηση της «αυθεντικότητας των ηθών του απλού λαού» σε αντιδιαστολή με τον εκφυλισμένο ή/και εβραϊκό κοσμοπολιτισμό.

Τέτοιοι κρατικοί βανδαλισμοί συνέχισαν φυσικά να λαμβάνουν χώρα και πολύ αργότερα από τη δεκαετία του ‘30. Ένα παράδειγμα είναι η καταστροφή τού –ορθόδοξου– ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης από την κεντρική πλατεία του Αμυνταίου, ο οποίος κατεδαφίστηκε με ερπυστριοφόρα (!) στις 24 Ιουλίου του 1972, με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Φλώρινας Αυγουστίνου Καντιώτη και με την ενεργό συμβολή του ελληνικού στρατού, επειδή το αρχιτεκτονικό του σχέδιο και η διακόσμησή του ήταν σλαβικού ρυθμού, οι δε επιγραφές στις εικόνες του τέμπλου ήταν στο κυριλλικό αλφάβητο. (Βλ. Ιός της Κυριακής, «Ο Άγιος μπουλντόζας», Ελευθεροτυπία, 16/1/2000, και τις πηγές και μαρτυρίες, που παρατίθενται εκεί. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, την ίδια ακριβώς τύχη είχαν πολλοί άλλοι ναοί του νομού, μεταξύ των οποίων και ο μητροπολιτικός ναός της πόλης της Φλώρινας).

Η ιστορική αφήγηση λοιπόν, στην οποία εντάσσεται το σχήμα του Ελύτη, προεκτείνει το μεταξικό σχήμα για τους «τρεις ελληνικούς πολιτισμούς» (αρχαιότητα / Βυζάντιο / νεοελληνισμός).
  
  
Εθνικοποίηση του τοπίου
και εθνική καθαρότητα

Η αιγαιακή φαντασίωση του ελληνικού μοντερνισμού και στις δύο εκδοχές του, όσον αφορά τόσο την τέχνη της ποίησης όσο και την τέχνη του κυβερνάν, συνδέεται με ένα πρόταγμα εθνικής καθαρότητας και (δηλαδή) αποκλεισμού. Εξίσου όσο και η τεχνοδιοικητική, η ίδια η αισθητική αποθέωση του Αιγαίου οφείλει κάποια πράγματα σε προγενέστερα στρώματα της ριζοσπαστικής δεξιάς ιδεολογίας: η «εθνικοποίηση του τοπίου» αποτελεί κατάκτηση, που είχε κωδικοποιηθεί και εδραιωθεί στο οπλοστάσιο του εθνικισμού ήδη από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, με τον Περικλή Γιαννόπουλο.

Το «κατόρθωμα», για το οποίο σεμνύνεται ο Ελύτης, δεν ήταν αποκλειστικό δημιούργημα της γενιάς του. Και στον Γιαννόπουλο εμφανίζεται ήδη ξεκάθαρα η εθνικοποίηση της γης, του φυσικού περιβάλλοντος, και η ώσμωσή του με το δομημένο περιβάλλον. Είναι δηλαδή ήδη παρούσα η ταύτιση των αρχιτεκτονημάτων με το τοπίο, της κουλτούρας με τη φύση, καθώς και η ταύτιση όλων αυτών με έναν εθνικό χαρακτήρα, με τον οποίο είναι «ομοούσια» και του οποίου αποτελούν ισάριθμες εκφράσεις, τελικά δηλαδή, με τον ελληνισμό ως ένα ιδιαίτερο είδος γραφής. (Για «γραφή του κόσμου» μιλούσε ο Ελύτης). Η γραφή αυτή βέβαια υποτίθεται ως απολύτως διαφανής και ευανάγνωστη για τον απλό λαό, εφόσον ο Γιαννόπουλος δηλώνει ρητά, ότι γράφει λαμβάνοντας υπόψη «τους περιορισμούς του μετρίου διανοητικού τύπου» [sic], στον οποίο κυρίως απευθύνονται τα γραπτά του. Δηλώνει ταυτόχρονα «υπερβέβαιος, ότι μόλις ερεθισθή ο ελληνικός νους και ελευθερωθή από τα σίδηρα των τωρινών ιδεών, δεν έχει ανάγκην ουδενός τυφλοσούρτου». Ο ελληνικός νους λοιπόν μπορεί κατ’ αρχήν αδιαμεσολάβητα να αναγνώσει αυτή τη γραφή, την οποία εξάλλου ο ίδιος έγραψε, κατά μία έννοια.

Συνηθέστερα, όμως, αυτή η «διαφοριστική» προσέγγιση υποχωρεί και υποστηρίζεται απερίφραστα η ανωτερότητα, έστω και λανθάνουσα, του ελληνικού πολιτισμού έναντι των υπολοίπων. Και ιδίως έναντι του ευρωπαϊκού. «Διότι ο ευρωπαίος είναι φύσει βάρβαρος [sic]. Συνεπώς βάρβαραι όλαι του αι εκδηλώσεις», η δε «ευρωπαϊκή φύσις είναι αγρία» (Περικλή Γιαννόπουλου, «Άπαντα», έκδ. «Ελεύθερη Σκέψις» (β΄ επανέκδοσις), Αθήνα, σελ. 105).

Αν λοιπόν ο Ελύτης απορρίπτει το «ημίφως και το σκιόφως της Δυτικής τέχνης» υμνώντας τον «ηλιόλουστο Νότο», άλλο τόσο και ο Γιαννόπουλος κατακεραυνώνει την «Ευρωπαϊκήν Γραμμήν», που βγαίνει από «μαύρη γη βρεγμένη, παχεία, βαρεία, ομίχλη, πάχνη, συννεφιά, βροχή, χιόνι, κρύον», ενώ δεν φείδεται ύμνων και επαίνων για το «ηδονικόν ελληνικόν φως», το «αιθέριον κυανούν» και τον «χορόν των νυμφών του Αιγαίου» (σελ. 122), την «ιερά Δήλον κολυμβώσα εις το σταματημένον ύδωρ» (σελ. 123), τους βράχους που «κάθονται σαν ωραίαι γυναίκες του λαού, σαν Βυζαντιναί Παναγίαι» (σελ. 100), την «Βυζαντινήν μας τέχνην» και τα «δημοτικά τραγούδια».

Απλώς κάποιοι μάλλον συγκυριακοί παράγοντες είχαν μετέπειτα ως αποτέλεσμα ο μεν Ελύτης να δοξαστεί ως εθνικός ποιητής, ο δε Γιαννόπουλος να ξεχαστεί, ή να θεωρείται γραφικός και τα έργα του σήμερα να εκδίδονται και να συζητούνται μόνο από περιθωριακούς ακροδεξιούς κύκλους. Αυτό οφείλεται κυρίως σε κάποιες ακραίες διατυπώσεις του και στον ανυπόφορο ή απλώς κωμικό βερμπαλισμό του, όχι σε κάποια ριζική διαφορά ιδεολογικού περιεχομένου. Με κάποια έργα του, και δη με αυτά, για τα οποία κυρίως έγινε γνωστός, ο πρώτος φαίνεται απλώς να υλοποιεί ένα πρόγραμμα, που είχε ατελώς σκιαγραφήσει ο δεύτερος.
 
  
«Ξυπνούσε μέσα μου ο έλληνας»

«Περνούσα στα γεμάτα μια κρίση, που τα πρώτα της συμπτώματα είχαν αρχίσει ν’ αναφαίνονται τέσσερα χρόνια πριν, εκεί, προς το τέλος της Κατοχής, όταν ξυπνούσε μέσα μου ο έλληνας, όχι με τις αισθήσεις του –αυτός ήταν ανέκαθεν ξυπνητός, πιστεύω- αλλά ο άλλος, που αποζητούσε τη Σύνθεση και το Μύθο». («Ανοιχτά χαρτιά», ό.π. σελ. 306).

Για να καλύψει λοιπόν αυτή ακριβώς την ανάγκη του αφυπνισμένου έλληνα για τη Σύνθεση και το Μύθο, ανασύρει ο ποιητής το σχήμα του αθώου, που κατατρέχεται άδικα από τους ισχυρούς, και το εφαρμόζει με αρχιερατική μεγαλοπρέπεια στον λαό «του», για τον οποίο μιλάει με όρους ποιμνίου.

Αυτό όμως, που προέχει να συγκρατήσουμε εδώ είναι, ότι στην «Αυλή των προβάτων», το γλωσσικό αυτό σύνταγμα χρησιμοποιείται κατά τρόπο, που προσδίδει στο σχήμα της καταδίωξης μια ειδικότερη μορφή, την οποία δεν είχε προηγουμένως: οι ξένοι μας κλέβουν την απόλαυση βάζοντάς μας να τσακωθούμε.

Πράγματι, οι ισχυροί διώκτες δεν περιορίζονται στο να κλέβουν πρόβατα από το λαό του Ελύτη, αλλά σπέρνουν και τη διχόνοια στο εσωτερικό της στρούγκας.


Η θεραπεία (δια) του τραύματος
Η παρηγορία λοιπόν, που έρχεται να προτείνει το Άξιον Εστί συνίσταται στο σχήμα: «το τραυματικό γεγονός οφείλεται στα λάθη (των ηγεσιών) μας και στην βλαβερή επίδραση των ξένων». Εδώ είναι ενδιαφέρον να προσέξουμε, ότι ο μηχανισμός της προβολής δεν αποτελεί απλώς τη μέθοδο, την οποία προτείνει το σχήμα στους αποδέκτες του, αλλά ήδη, πριν απ’ αυτό, τη μέθοδο, με την οποία παρήχθη το ίδιο. Πράγματι, η συγκεκριμένη διατύπωση αποτελεί απλώς μια διασκευή της αυθόρμητης αντίδρασης, στην οποία συμπυκνωνόταν η απόγνωση και η αίσθηση ματαιότητας των κομμουνιστών μετά την ήττα τους – με τη διαφορά, ότι η αντίδραση αυτή έχει στραφεί προς ένα νέο αντικείμενο. Οι κομμουνιστές μετά το ‘49 έμειναν με την ανυπόφορη αίσθηση, ότι για κάποιο διάστημα βρέθηκαν τόσο κοντά στο αντικείμενο του πόθου τους, σχεδόν το άγγιξαν, αλλά μετά το έχασαν μέσα απ’ τα χέρια τους. Προκειμένου να εξωτερικεύσει κάποιος τα αισθήματα οργής, πικρίας και ματαίωσης, που προκαλεί μια τέτοια αίσθηση, σε πρώτη φάση οδηγείται αυθόρμητα να θέσει το ανόητο, όσο και αναπόφευκτο ερώτημα: ποιος φταίει που χάσαμε; Μια ανεπεξέργαστη, βιωματική απάντηση λοιπόν, που προέκυπτε στους κομμουνιστές, μια απάντηση, που τους επέτρεπε να διατηρήσουν στοιχειωδώς την αυτοεκτίμησή τους, ήταν ακριβώς: «φταίνε τα λάθη της καθοδήγησης και η ξένη (αγγλο-αμερικανική) επέμβαση».

Στο Άξιον Εστί έτσι σκιαγραφείται ένα βουκολικού τύπου αυτοείδωλο του λαού ως ενιαίου, πάντοτε ταυτόσημου με τον εαυτό του. Και, κυρίως, ως αθώου – εφόσον απλώς βοσκάει τα πρόβατα, τα οποία βελάζουν στα σφυρίγματά του και δεν πειράζει κανέναν, ενώ στο τέλος ταυτίζεται με τα πρόβατα (τα οποία ως γνωστόν έχουν έντονη σημειολογική φόρτιση σχετική με την αθωότητα και τη θυσία). Το είδωλο αυτό προβάλλεται αναδρομικά (nachträglich, όπως έλεγε ο Φρόιντ) προς τα πίσω ως ανέκαθεν ισχύον. Για όποιον όμως συλλαμβάνει ναρκισσιστικά τον εαυτό του ως αμνό του θεού, η οφθαλμοφανής διαπίστωση ενός υπαρκτού διχασμού και μιας θανατηφόρας επιθετικότητας δεν μπορεί παρά να βιώνεται ως ανυπόφορη και αγχογόνος. Ακριβώς αυτό το άγχος και αυτή την ενοχή έρχεται να διευθετήσει το σχήμα του σατανά που μας παραπλάνησε με απατηλές υποσχέσεις και μας έβαλε να διαπράξουμε την πατροκτονία / αδελφοκτονία.
 
 


 






Σημείωση:

Το παραπάνω κείμενο αποτελείται

από αποσπάσματα από το βιβλίο
του κ. Άκη Γαβριηλίδη:
Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζο-
σπασικού πατριωτισμού
(έκδ. «futura»).

Η επιλογή των αποσπασμάτων
και η εικονογράφηση έγιναν
με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».

 

 

Πηγή: http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=3587


Rubrik: Bücher/Βιβλια
5.12.14
 von Άκης Γαβριηλίδης

Drucken        Hoch