Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
21.06.2018

Ποιήματα του Βάϊου Φασούλα

Αγαπητές μου φίλες, αγαπητοί μου φίλοι, απ' αφορμή των εορτών των Χριστουγέννων και του ερχομού του νέου χρόνου 2012

Βάϊος Φασούλας
Μεγεθύνατε

του  Βάϊου Φασούλα

 

Τρίκαλα 23-12-2011
Γερμανία 25.12.2004 

Αγαπητές μου φίλες, αγαπητοί μου φίλοι, 

 
απ’ αφορμή των εορτών των Χριστουγέννων και του ερχομού του νέου χρόνου 2012 σκέφτηκα να σας στείλω(αφιερώσω) ένα πακετάκι ποιημάτων, όχι με την έννοια της αυτοπροβολής μου αλλά με κείνη της χαλάρωσης και της εν μέρει διασκέδασης. Επειδή έχω τη χαρά και την τιμή να έχω κι εγώ πολλούς φίλους, αναφέρω μόνο τα μικρά τους ονόματα. Επίσης(ξεκινώντας από  τα πάνω προς τα κάτω)αφιερώνεται στις γιαγιάδες και στους παππούδες, στις μητέρες και στους πατεράδες, στις ερωτευμένες και στους ερωτευμένους, στα παιδάκια και στα εγγόνια, που σίγουρα θα έχετε στο συγγενικό και φιλικό περίγυρό σας.


Λοιπόν στις φίλες μου: Αγγελικούλες, Αγορίτσα Αντιγόνη, Έφη, Νέλη και Ελευθερία, στις Νίτσα, Γαβριέλα και Σέβη (Λενιώ), Γιάννα, Γιώτα, Λένα και Ιφιγένεια, στις Χριστίνες, Ρούλα, Ελπίδα, Αλεξάνδρα και Ιωάννα, Σοφία, Ασπασία, Τασούλα, Αναστασία και Κατερίνες, στις Κάλλια, Λέτα, Εύα, Χρύσες και Ρεβέκα, βεβαίως στους φίλους: (Αρχίζω από τους Βασίληδες επειδή αυτοί σηκώνουν όλο το χρόνο στην πλάτη τους και εύχομαι να οδηγήσουν καλά το χρόνο),στους Θωμά, Διονύση, Σέμη, Σταύρο, Παναγιώτηδες και Μιχάλη, Χρηστάδες, Στεφάνους, Δημητράδες και Κωστάδες, στους Σπύρους, Γιώργηδες, Νικολάδες και Παντελήδες, στους Λοίζο, Στράτο, Θανάσηδες, Λευτέρηδες, ιδιαίτερα στα τέσσερα εγγόνια μου που χαρίζουν νότες στη ζωή, στη σύζυγό μου Μαρία, στα τρία παιδιά μου και σε κάθε άλλα παιδιά του κόσμου μας που προσπαθούν να γυρίσουν: «Γυρνάτε στην Ανατολή τη Δύση της Ζωής» και που φωνάζουν προς κάθε κατεύθυνση:

 
«μα, τα σημάδια της φύσης, 
τα σημάδια του κόσμου και αυτά της ζωής, 
αν τα φτιάχναμε εμείς, δε θα λέγαμε κι ούτε θα έδειχνε πως τούτο το σήμερα δε μοιάζει σαν χτες ή προχτές, 
δε μοιάζει σαν αύριο ή σαν ένα αύριο, 
που όταν θα ρίχνει βροχή, 
όταν θα βγαίνει ο ήλιος, 
όταν θα τρέχει τ’ αγέρι, 
όταν θα βγαίνει η σελήνη συντροφιά με τ’ αστέρια  
και όταν ακόμα ακούμε και του λύκου φωνή,
που δεν θα ’ναι δικιά του κι ούτε θα μοιάζει δικιά του, 
μα θα σκούζει παράξενα, 
όταν θα διαιωνίζεται στους αιθέρες 
η Μοίρα της Φύσης κι αυτής τη Ζωής..!» 

 
και στην κουνιάδα μου Βασιλική, που μαζί με τη σύζυγό μου πάντα μου έδιναν χρόνο για τα γραπτά μου, σε όλους λοιπόν εσάς, καθώς και στους φίλους που ενδεχομένως να ξέχασα, με πολλή, πολλή αγάπη,  
Αυτή τη χρονιά η αγάπη προς τους συνανθρώπους μας να πρυτανεύσει
Χρόνια Πολλά! Χαρούμενες γιορτές! Καλή Χρονιά! 
 
Με φιλικούς χαιρετισμούς  
Βάιος Φασούλας 
....................................................................................................
 
Αχ! χαρά μου, χαρά
 
Αχ! χαρά μου, χαρά
Κόρη μου, ρούσα, γαλανή, αχ να ’ξερες πώς νιώθω!
Και τι χαρά, αστέρι μου, στα στήθια μου που έχω!
Όπως τα πέλαγα που χύνονται στων αμμουδιών αγκάλες
Όπως ο ήλιος που σκορπά τη χρυσαφένια λάμψη
Σαν τη σελήνη που κερνά τ’ ασήμι της σε ουρανό και γη
Ναι! Νιώθω σαν άνεμος π’ αγγίζει των κοριτσιών κορμιά
Σαν τη βροχή που απορροφά την αύρα της η γη
Σαν το αρνάκι που στης μάνας του το στήθος της βυζαίνει
Σαν ρόδο καταπόρφυρο, σαν κρίνος, σαν πουλί
Σαν μέλισσας το βόμβισμα, το μέλι μου να στάζει
Κι όλα μου δίνουνε χαρά, δύναμη και αντοχή
 
Αχ! χαρά μου, χαρά, κόρη μου, γαλανή
Η γαλατένια ανάσα σου, μύρωμα της ζωής
Και η ματιά σου ουράνια, άστραμμα της ψυχής
Στο χέρι σου θαρρώ τον κόσμο όλο κρατάς
Μοίρες χαράς, μοίρες ζωής, θωρώ στο πρόσωπό σου
Κι εμέ και τον πατέρα σου, σαν φάρος μας φωτίζεις
Να ’ναι απαλό το διάβα σου γιομάτο από αρμονία
Και να σου δώσει τη χαρά, αγάπη, ευτυχία.
 
Ω συ χαρά μου, κόρη μου, ρούσα μου, τρυφερή
Πολλά τραγούδια θα σου πω μέχρι να μεγαλώσεις
Μύριες ευχές θα λογιστώ, σαν μάνα να τις έχεις
Μόνο αγάπη να κρατάς, πάντα να ’χεις να δώσεις
Θα ’ρθει στιγμή, θα χρειαστεί, σε κάποιο ηλιοβασίλεμα
πα στ’ άσπρα μαλλιά μας σταλιά κι εσύ να δώσεις.
 
Έλα, γλυκό αγγελούδι μου, να στείλεις την αγάπη
Πα στο χαρτί να κάνουμε το όμορφο χεράκι
Του πατερούλη μοναξιά να διώξουμε λιγάκι
Ω τι χαρά θα νιώσει εκεί, θαρρώ φτερά θα βγάλει
Της ρούσας μας χεράκι θα τρέξει να αρπάξει
 
Τώρα γλυκά να κοιμηθείς κι εγώ ο άγγελός σου
Μούσες να ’ρθουν στον ύπνο σου για να σε τραγουδήσουν
Στα όνειρά σου τα γλυκά θα ’ρθει κι ο πατερούλης
Κι αντάμα θα ’μαστε κι οι δυο και θα σε νανουρίζω
Αχ! χαρά μου, χαρά…
 
 
 
Η μικρή μου κόρη
 
Αγγελουδάκι μου γλυκό, του παραδείσου κόρη
στολίδι είσαι της καρδιάς και φάρος μες στο σκότος
είσαι ο ανθός της φαμελιάς, ξανθή και γαλανή μας
δύναμη τα γελάκια σου, ελπίδα της ζωής μας
 
Και τα λογάκια σου, σαν λες, φτάνουν σαν μελωδίες
μέσα τα φύλλα της καρδιάς, με μιας μας τα ανοίγεις
την παγωνιά και μοναξιά τη διώχνεις και γεμίζεις
από χαρά εμάς τους δυο, που άφθονα σκορπίζεις
 
Ω τι χαρά, τι αντοχή, θα πάρει η μανούλα!
Όταν σε δει πως τράνεψες, θα κλαίει σαν παιδούλα
όταν σ’ ακούσει να μιλάς, γλυκά το όνομά της
το γέλιο της θα ξαναρθεί, θα στυλωθεί η καρδιά της
  
Μέσα απ’ τα ξένα, μάτια μου, κι εσύ πια μεγαλώνεις
και τρίβεσαι με βάσανα, που τώρα δεν τα νιώθεις
όταν ρωτάς κι αναζητάς, η μάνα να σου φέρει
το γάλα και στην αγκαλιά λογάκια να σου λέει.
 
Σαν το θεριό ο πόνος μου το είναι μου σπαράζει
σαν λείπε η μάνα απ’ το παιδί, όλη η γη χλομιάζει
το ρόλο της πήρα, εγώ για σένα ξενυχτάω
και όλες τις ανάσες σου, τις νύχτες μου μετράω
 
Στον ύπνο σου πολλές φορές τη μάνα σου φωνάζεις,
πότε γελάς και πότε κλαις και πότε αναστενάζεις 
κι άλλοτε τα χεράκια σου ανοίγεις να την πιάσεις
στα όνειρά σου η μάνα σου, είναι πάντα κοντά σου
 
Ω τι χαρά, τι αντοχή, θα πάρει η μανούλα
ώρες μας μένουν, θησαυρέ, και φτάνει η αυγούλα 
εσύ, αυτή κι εγώ πάλι θα ενωθούμε
σε μια αγκαλιά θα σμίξουμε και δεν θα χωριστούμε...

 
Στο παγκάκι της πλατείας
 
Αχ! Εσύ παγκάκι τυχερό κι εσύ γλυκιά πλατεία
να ξέρατε, πόσο πολύ μου δώσατε χαρά και ευτυχία!
Που νόμισα, για μια στιγμή, πως με περιγελάτε
και μιας κοπέλας την καρδιά άδικα τυραννάτε
 
Κι εσείς δέντρα που ρίχνατε, αραιά και πού τα φύλλα
πώς νόμισα, η άμοιρη, πως έρχονταν μαυρίλα
κι εσάς πουλάκια, θάρρεψα, δε βγάζατε λαλιά
ω πόσο πολύ υπόφερα, βαθιά μες στην καρδιά!
 
Να ’σαι καλά, παγκάκι μου, μου έφερες την τύχη
κι εσείς δεντράκια και πουλιά ανοίξατε τα τοίχοι
όπου μέσα τους είχανε κλεισμένη την ελπίδα
και τον καλό μου φέρατε σαν πύρινη αχτίδα.
 
Κοντά σας θα ’ρχομαι συχνά να λέω τα μυστικά μου
και όμορφα και άσχημα που θα δεχτεί η καρδία μου
μα πιο πολύ θα τραγουδώ εδώ τον έρωτά μου
αυτόν που τώρα γνώρισα και βρίσκεται κοντά μου…
 
 
Τα κρίνα της καρδιάς μου
 
Λουλούδι αγνό στα λούλουδα
σκόρπα τη μυρουδιά σου
τον κήπο τον απάτητο
δώσε στον άρχοντά σου
 
Έλα, έλα άρχοντά μου
μες στον κήπο της καρδιάς μου
στην αγκάλη σου να γείρω
κι απ’ αγάπη να μεθύσω
 
Ω συ καλέ μου κι ακριβέ
κι άρχοντα γαλανέ μου
για σε ανθάκια μάζεψα
και κρίνα απ’ την καρδιά μου
 
Άλλα μιλούν για έρωτα,
άλλα μιλούν γι’ αγάπη
και τα ρωτώ, ποιο απ’ τα δυο
λάβωσε την καρδιά μου
 
Κι αυτά όλα ανοίξανε
τα ροδοπέταλά τους
και μ’ έλουσαν μ’ αρώματα
παρθενικά και χάδια
 
Η αγάπη είναι ο έρωτας
κι ο έρωτας η αγάπη,
με λένε και με σκέπασαν
με κρίνα και στεφάνια
 
Τα λούλουδά σου ωρίμασαν
καιρός να τα χαρίσεις
μην τα κρατήσεις στη σκιά
κι άδικα χαραμίσεις
 
Λουλούδι αγνό στα λούλουδα
σκόρπα τη μυρουδιά σου
τον κήπο τον απάτητο
δώσε στον άρχοντά σου
 
Στης νιότης σου το άστραμμα
τη δίψα του να σβήσει
κει την αγάπη θε να βρεις,
του έρωτα τη γλύκα
 
Αυτά μου είπανε, για σε
λούλουδα και μπουμπούκια
καθώς στον κήπο μάζευα
τα πιο ακριβά μου κρίνα
 
Έλα, έλα άρχοντά μου
μες στον κήπο της καρδιάς μου
στην αγκάλη σου να γείρω
κι απ’ αγάπη να μεθύσω
 
Έλα, έλα ακριβέ μου
μες στον κήπο μου να ζήσεις
την καρδιά μου θα σου στρώσω
κρεβατάκι να ξαπλώσεις
 
 

Της αγάπης
 
Πως θα’ θελα, μανούλα μου, τη μοίρα μου να αδράξω
απ’ τα μαλλιά, και να της πω, με δύναμη να κράξω
όσα κι αν έχεις μυστικά, που ορίζουν το στρατί μου
όσα κι αν έχεις βάσανα, που σκιάζουν τη ζωή μου
 
Δείξε τα όλα, μοίρα μου, για μένα τι έχεις γράψει
μύριες φορές σαν ορφανή, πόσο δεν έχω κλάψει!
Κάτι θα έχεις και για με, ω μοίρα μου, γραμμένη
κάτι καλό και ακριβό, ν’ ανοίγει την καημένη
 
Μέσα στα σπλάχνα την καρδιά, που όλο ψυχοραγίζει
και ψάχνει, ψάχνει αδιάκοπα, τα φύλλα της γυρίζει
μήπως και κάπου έκρυψες και τη δική μου αγάπη
ω μοίρα μου, βοήθα με, να βρω κι εγώ μια άκρη
 
Σα να θαρρώ, μανούλα μου, τη μοίρα μου να φέρει
το ταίρι μου, που αγαπώ και έχω υποφέρει
ο κήπος μου τον καρτερά με κρίνους ανθισμένους
με λούλουδα, τριαντάφυλλα και λόφους μυρωμένους
 
Στρωσίδια του ’χω το κορμί κι όλο τ’ άρωμά μου
και γι’ απανωσκέπασμα, τ’ άπλωσα την καρδιά μου
μη μου κρυώσει, ο καλός, καθώς θα μ’ αγκαλιάζει
και τούτος ο παράδεισος, μαζί μας θα στενάζει
 
Έλα, καλέ μου κι ακριβέ, που όλο σε καρτεράω
αβάσταχτη η αγάπη μου και άδικα πονάω
έλα να ’γιανεις την καρδιά, που η δόλια σπαρταράει
τραγούδια λέει στον ύπνο της, τραγούδια σαν ξυπνάει…
 
 
Η νύφη στην πεθερά
 
Πεθερούλα μου χρυσή και μητέρα μου καλή
είσαι τώρα πια για με η καινούρια μου μανούλα
και κοντά σου θε να ζήσω σαν κορούλα ακριβή
τα χατίρια θα σου κάνω και θ’ αρχίζω απ’ την αυγούλα
 
Την αυλή μας θα σκουπίζω, τα λουλούδια θα ποτίζω
και το βάζο θα στολίζω με τα άνθη της αυγής
και το σίδερο θα πιάνω κι όλα θα τα λαμπυρίζω
φρέσκα ρούχα στον πατέρα να τον δεις να λιμπιστείς
 
Το νεράκι, θα σου φέρνω, γάλα ή καφέ να πιεις
την καρδιά σου να δροσίζεις και τη γλύκα να χαρείς
απ’ της νύφης σου χεράκια, θα σου λέω και τραγουδάκια
άνοιξη, χειμώνες κρύους κι όλα τα καλοκαιράκια
 
Θες στα ψώνια μας να πάμε αγκαζέ σαν αδελφές
και το γιόμα θα γυρνάμε ξάλαφρες και χαρωπές
τον τρανό και νιο αφέντη θα φιλεύουμε με χάρη
με κρασί φωτιάς θα λούζω το μικρό μας τον χαδιάρη
 
Ω καλή μου μητερούλα, του ανδρός κι εμού εικόνα
μοίρα μας, εσύ θε να ’σαι, στο δικό μας ελαιώνα
μύριες συμβουλές να δίνεις, με αγάπη και στοργή
τα εγγόνια σου να βρίσκουν την αγκάλη ανοιχτή
 
Νεοτάτη πεθερούλα, μητερούλα μου καλή
εσύ είσαι πια για μένα η καινούρια μου μανούλα,
δώρα έφερα για σένα, την ψυχούλα μου αγνή
δώρο φέρνω το κορμί μου, την καρδιά μου καθαρή
     
Μάνα μου, καλή μου μάνα, μάνα, τ’ άνδρα μου, χρυσή
με τα κάλλη σου που έχεις και την ομορφιά
μοιάζεις κι εσύ σα νύφη με περίσσια αρχοντιά,
φίλη μου θέλω να γίνεις, στοργική και ακριβή
 
Να ’ξερες πώς μ’ αγαπάει η μανούλα στο χωριό!
νύχτες έπλεκε για μένα τα προικιά στον αργαλειό
Πώς βουίζουνε στ’ αφτιά μου, λέξεις κάμποσων στιγμών
λέξεις που έβγαιναν με πόνους, δακριών και στεναγμών.
 
«Πάνε κόρη μου», μου είπε, «στο καινούριο σπιτικό
τη χαρά να συναντήσεις και ποτέ σου το κακό
με τη μάνα του ανδρός σου, φίλες να ’σται κι αδελφές
και το σέβας σου να δείχνεις πάντα σε όλες τις στιγμές.
 
Παντοτινή καλοκαιριά, να ’χετε ολοένα
κι αν κάνα σύννεφο ποτέ θολώσει τον αιθέρα
η αγάπη σας η δυνατή θα φτάνει μακριά
πα απ’ τα μαύρα σύννεφα και απ’ την καταχνιά
 
Τα λυκαυγές θα ανοίγεται, θα λιώνουνε τα σκότη
ποιος θα τολμήσει, άραγε, κακό να κάν’ στη νιότη,
πάρε, κορίτσι μου, χρυσό, της μοίρας το στρατί
μακριά θα ’ναι απ’ τη στράτα σου, σκιά και αστραπή»
 
Μοναδικό μου όνειρο να ζήσω την αγάπη,
κείνη που βγαίνει απ’ την ψυχή και είναι από σμαράγδι
στον άνδρα μου τον γαλανό απάνω του ν’ απλώσω
κι ήλιος να γέν’ ο αφέντης μου, στη λάμψη του να λιώσω
  
 
Χωριατοπούλα
 
Τι σ’ έφερε στη στράτα μου, κορίτσι του χωριού;
Και μ’ αναστάτωσες με μιας, καρδιά, ψυχή και νου;
Κόρη νεράιδας να ’σουνα, μάγισσας ή γοργόνας,
Μούσας, θεάς, βασίλισσας, χρυσός σιτοβολώνας
Πάλι κάτι θα σου ’λειπε…μα εσύ τα έχεις όλα.
 
Θαρρώ πως έχεις μέσα σου βουνό από πετράδι
Το χαμογέλι σου, γλυκό, κι αστράφτει σαν διαμάντι
Κι η ματιά, σαν με κοιτάς, καίει τα σωθικά μου
Τα μελωμένα λόγια σου, γλυκαίνουν τα μυαλά μου
Ω συ, χωριατοπούλα μου, τι σε ’φερε κοντά μου;
 
Ποιον άνεμο να πάω να βρω, να τον ευχαριστήσω;
Και ποια λιαχτίδα πύρινη, να τρέξω, να υμνήσω;
Ποιο φεγγαρόφως φωτεινό με τα ασημικά του
Σε έντυσε σαν άστρο του, σαν αγαπητικιά του
Και άστραψε η στράτα σου κι ήρθες εδώ κοντά μου;
 
Μην πέσουνε σε μαρασμό κάμποι, βουνά, ραχούλες;
Και τα λαγκάδια, οι ρεματιές, του κάμπου οι κυρούλες;
Πώς θάν’ τ’ αγόρια του χωριού, μην θα μοιρολογάνε;
Θα ’χει η νύχτα ξαστεριά, πουλιά θα τραγουδάνε;
Ω συ, χωριατοπούλα μου, μου ’φερες τη χαρά μου
 
Μα να, θαρρώ, δεν γίνεται τίποτα από αυτά
Ευχές, ακούω γύρα μου, να ζήσουμε καλά
Τραγουδιστά ακούγεται τ’ αγέρι με μαγεία
Κι ο ήλιος τις αχτίδες τις ρίχνει με λατρεία
Ω συ, χωριατοπούλα μου, μου ’φερες ευτυχία......
  
(Σημ. Τα παραπάνω ποιήματα είναι ενσωματωμένα στο μυθιστόρημα «Μαρίνα»


Rubrik: Notizen aus der Provinz
23.12.11
 von Βάϊος Φασούλας

Drucken        Hoch