Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
21.10.2018

Το ΑΧ Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2011 (Ah Ach)

Γεννήθηκα δεν ξέρω πότε και που. Αναζητώντας την ιαματική ομορφιά και την αλήθεια που ελευθερώνει, βρέθηκα στους δρόμους της ποίησης. Να 'μαι εδώ που το Μηδέν δαγκώνει την ουρά του _με ηδονή_και πόνο- να 'μαι_στο μέσον της αιωνιότητας_στην αρχή και στο τέλος της. Γιάννης Υφαντής

Μεγεθύνατε

Ο ποιητής Γιάννης Υφαντής παράγει και την ιστοσελίδα

http://ah-ach.blogspot.com/

όπου μας εξηγεί, γιατί την ονόμασε έτσι:

 

Αχ! Η κραυγή της Ηδονής και της Οδύνης· η κατ' εξοχήν ανθρώπινη κραυγή, η εναντιόδρομη προς τη ρίζα ΧΑ του Χάους. Με το Α που προφέρεται όταν το στόμα ανοίγει τόσο πολύ όσο για κανένα άλλο φωνήεν. Με το Χ που προφέρεται από τόσο βαθειά όσο κανένα άλλο σύμφωνο. Αχ, με το Α του ανθρώπου και το Χ της διαγραφής του ανθρώπου, όταν σμίγει με το άγνωστο Χ που ονομάζουμε Φύση, Έρωτα, Θάνατο, Θεό ή Μεγάλο Εαυτό.

 

ΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΗΡΘΑΤΕ

  Έφτασε ο καιρός που πιάσαν βάρδια η ροδιά και η κυδωνιά με τους εξαίσιους

καρπούς τους σαν λιμπά του κριαριού ή σαν βυζιά της Αφροδίτης, της Ελένης, της Ιστάρ,
της Ιφιάνασσας…ώ Περσεφόνη!

 

  Έφτασε ο καιρός που ’χουν βαρύνει τα κλωνάρια της ελιάς.

  (Με το ηλιόχτενο αλαφρώνεις τα κλωνάρια της ελιάς ή με λιοράβδι... μα, τι

λέγαμε;)

 

  Έφτασε ο καιρός που φύτρωσαν τα μωβ άγρια κρίνα στους αγκόθους των αγρών.

 

  Έφτασε ο καιρός που τα κυκλάμινα φωτίζουνε τις βόρειες πλαγιές της

Μεσογείου.

 

  Έφτασε ο καιρός που φύτρωσαν στις όχθες του Αχελώου οι κρόκοι που ’χουνε το

χρώμα φεγγαριού τεσσάρων ημερών.

  Ήρθανε όλα όπως κάθε χρόνο.

  Όμως εσείς οι νύμφες μου, εσείς οι αγαπημένες μου δεν ήρθατε.

   

  Δεν ήρθες ούτ’ εσύ που ήσουν ομορφότερη απ’ το μωβ άγριο κρίνο των αγρών.

  Δεν ήρθες ούτ’ εσύ που ήσουν ομορφότερη απ’ τ’ ανήριθμα κυκλάμινα στις

βόρειες πλαγιές της Μεσογείου.

  Δεν ήρθες ούτ’ εσύ που ήσουν ομορφότερη απ’ τον κρόκο ή το νέο φεγγάρι των

τεσσάρων ημερών. 

  

  Ήρθανε όλα όπως κάθε χρόνο.

  Όμως εσείς, οι νύμφες μου, εσείς, οι αγαπημένες μου, δεν ήρθατε.

 

    

ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

  Τα φύλλα ο άνεμος φορεί σα δράκος τις φολίδες·

  αχ τέτοιο ζώο μαγικό ποτέ σου εσύ δεν είδες.

 

  Έντερα, βλέννες και οστά, αίματα…. Ecce homo!

  Κι όμως εράσμια δορά σκεπάζει αυτό τον τρόμο.

 

  Όλα είναι ψευδαίσθηση, όλα του νου μας μάγια.

  Το ’ξερε ο Δημόκριτος, το ’πε κι ο Ντεσιμάγια.

 

  «Η Γη» μού λες «απέραντη είναι οστεοθήκη.

  Κι όμως δορά πανέμορφη σκεπάζει αυτή τη φρίκη».

 

  Μόνος κοιμούμαι και ξυπνώ, μόνος μου και μιλάω

  και των δακρύων τα τσαμπιά, μόνος μου τα τρυγάω.

 

  Γεύτηκα ως κατάβαθα και ομορφιά και φρίκη.

  Κι έμεινα λάμψη μαχαιριού έξω από τη θήκη.

 

  Αχ βρε ζωή, ποιος από με, σε αγαπά πιο πάνω;

  Κ’ είναι αυτός ο λόγος μου που θέλω να πεθάνω.

 

  Αχ βρε ζωή, μέγας για σε, ο έρωτάς μου καίει

  κ’ είν’ απ’ αυτό που ο Θάνατος μέσα στο νου μου πνέει.

 

  Του Γαλαξία έριξες το δίχτυ να με πιάσεις

  μα όντας σκέψη δεν μπορείς ποτέ να με προφτάσεις.

 

  (Από τα τελευταία τεύχη του περιοδικού Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ)

h

http://ah-ach.blogspot.com/


Rubrik: Kunst, Literatur/Τεχνη, Λογοτεχνία
31.12.11
 von Γιάννης Υφαντής

Drucken        Hoch